Ο ηθοποιός Αλέκος Τζανετάκος που έπαιζε πάντα δευτερεύοντες ρόλους και όμως, ξεχώρισε για τις συμμετοχές του σε εμβληματικές ταινίες. Τον Απρίλιο του 2010 έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο και 17 αρραβωνιαστικές.
Από μικρός στην τέχνη

Γεννημένος στην Αθήνα το 1937, ο Τζανετάκος μεγάλωσε σε οικογένεια με δύσκολες συνθήκες με τη μητέρα του και τις τέσσερις αδελφές του -τρεις από τις οποίες ακολούθησαν σαν καλλιτεχνικό δρόμο με το ψευδώνυμο «Τζάνετ»- και έμαθε από πολύ νωρίς να παλεύει με την πραγματικότητα της ζωής.
Αφού σπούδασε υποκριτική στη Σχολή θεάτρου «Τέχνη» του Καρόλου Κουν και στην Ανωτέρα Σχολή Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο το 1957 στον θίασο των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου στο έργο «Οι Δικοί μας Άνθρωποι». Την ίδια περίπου περίοδο έκανε και το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο με την ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Η αρπαγή της Περσεφόνης» (1956), ακολουθώντας στη συνέχεια μια μακρά και γεμάτη συμμετοχές φιλμογραφία που περιλαμβάνει δεκάδες ελληνικές ταινίες, καθιστώντας τον έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους «δευτεραγωνιστές» της χρυσής εποχής της ελληνικής κωμωδίας.
Ο «καρπαζοεισπράκτορας» που αγαπήθηκε από το κοινό

Το παρατσούκλι «καρπαζοεισπράκτορας» δεν ήταν απλά μια πλάκα – ήταν τίτλος τιμής. Ο Τζανετάκος εμφανιζόταν σε ρόλους όπου η σφαλιάρα ήταν σχεδόν… επιστημονικά ακριβής και κάθε φορά που ο χαρακτήρας του έμπλεκε σε μια παρεξήγηση, ο σβέρκος του γινόταν μάρτυρας μιας ξεκαρδιστικής «είσπραξης» από τους πρωταγωνιστές των ταινιών.
Αυτό δεν περιοριζόταν μόνο στις ταινίες: και στο θέατρο, σε παλαιότερες παραστάσεις ο ίδιος είχε παραδεχτεί πως οι καρπαζιές που έτρωγε ήταν αληθινές και όχι προσποιητές, με τη φράση του να μένει στην ιστορία: «Ο σβέρκος μου το ξέρει!» περιγράφοντας πως από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ του έπεφταν καρπαζιές σαν βροχή.
Η συνεργασία του με άλλους μεγάλους του ελληνικού κινηματογράφου, όπως ο Κώστας Βουτσάς, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Νίκος Σταυρίδης και άλλοι, δημιούργησαν μερικές από τις πιο αξέχαστες στιγμές της ελληνικής κωμωδίας με χιούμορ, αυτοσαρκασμό και μια έντονη αίσθηση παιδικής αθωότητας ακόμα και στις πιο «βίαιες» σκηνές του είδους.
«Οι καρπαζιές που έτρωγα βροχή στις ταινίες ήταν αληθινές, ο σβέρκος μου το ξέρει! Στην ταινία σφαλιάριζα, το ίδιο και στο θέατρο, δύο παραστάσεις, έτρωγα ξύλο από τις έξι το πρωί μέχρι τη μία τη νύχτα. Κάποτε παίζαμε στο θέατρο με τον Λάμπρο τον Κωνσταντάρα, αυτόν τον πρίγκιπα του θεάτρου, που μου είχε κουδουνίσει το μυαλό με τη χερούκλα του. Είχε μακρύ χέρι σαν παντόφλα και όταν το σήκωνε για να αμολήσει τον κεραυνό (τη σφαλιάρα), γινότανε σεισμός οκτώ Ρίχτερ και τα μάτια μου έβλεπαν αστράκια στον αέρα. Του έλεγα: ρε Λάμπρο, δεν μπορείς να βάζεις λιγότερη δύναμη;».
Η φιλμογραφία ενός αεικίνητου δευτέρου

Από τη δεκαετία του ’50 έως εκείνη του ’80 ο Τζανετάκος εμφανίστηκε σε εκατοντάδες ταινίες με διαφορετικούς ρόλους, από μικρούς μέχρι πιο ουσιαστικούς, πάντα όμως με το κοινό να τον αναγνωρίζει και να τον αγαπά. Με τίτλους όπως «Ο Ηλίας του 16ου», «Κορίτσια για Φίλημα», «Μια Τρελή Τρελή Οικογένεια», «Πέντε Χιλιάδες Ψέματα», «Το θύμα» και πολλές άλλες, η παρουσία του ήταν συνεχής και αξέχαστη.
Εκτός από τον κινηματογράφο, ο Τζανετάκος συμμετείχε και σε τηλεοπτικές σειρές της εποχής, αλλά και σε θεατρικές παραγωγές που ταξίδεψαν σε όλη την Ελλάδα, δείχνοντας το εύρος της καλλιτεχνικής του ιδιοφυΐας και την ευελιξία του πάνω στη σκηνή.
17 αρραβώνες και κανένας γάμος

Αν στο πανί ήταν κάποιος που «έπαιρνε σφαλιάρες», στην προσωπική του ζωή ήταν… μάστορας στις σχέσεις. Ο ίδιος είχε αποκαλύψει ότι είχε αρραβωνιαστεί 17 φορές, αλλά ποτέ κανένας από αυτούς τους αρραβώνες δεν κατέληξε σε γάμο. Αν και πολλοί βιογράφοι το δικαιολογούν ως μέρος του παιχνιδιάρικου χαρακτήρα του και της φιλοσοφίας ζωής που είχε, ο ίδιος ποτέ δεν έκρυψε την αγάπη του για τον ρομαντισμό και τις ανθρώπινες σχέσεις – όμως τον ίδιο δεν τον κέρδιζε η ιδέα του «τυπικού» γάμου, παρά η ίδια η εμπειρία της σχέσης.
Αντ’ αυτού έβρισκε καταφύγιο στην τέχνη, στην καθημερινότητα και… στους αγώνες ταχύτητας που λάτρευε. Ο Τζανετάκος ήταν γνωστός, επίσημα, για το πάθος του με τα αυτοκίνητα και τις μοτοσυκλέτες, συμμετέχοντας σε αγώνες ταχύτητας και πανελλήνια πρωταθλήματα, όχι τόσο για διακρίσεις όσο για την ίδια την αγάπη του για την αδρεναλίνη και την ελευθερία.
Τελευταία χρόνια και ο θάνατος

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο ηθοποιός αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, με πιο κρίσιμη την επέμβαση ανευρύσματος στην κοιλιακή αορτή. Παρά τις δύσκολες μάχες, ο ίδιος παρέμεινε διακριτικός, αποφεύγοντας τα φώτα της δημοσιότητας και περιορίζοντας την παρουσία του στα φιλικά και οικογενειακά περιβάλλοντα.
Τελικά, στις 11 Απριλίου 2010, ο Αλέκος Τζανετάκος άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα σε ηλικία 73 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο αποτύπωμα στην ελληνική ψυχαγωγία γεμάτο γέλιο, καρδιές που κερδήθηκαν και έναν χαρακτήρα που ακόμη θυμίζει πως ποτέ μια «δευτερη» θέση δεν είναι βαρετή όταν έχει προσωπικότητα.
Η κληρονομιά του
Ο Τζανετάκος μπορεί να ήταν «δεύτερος» στις λήψεις και στις αφίσες, αλλά ήταν πρώτος στις καρδιές μας. Μέσα από ρόλους που συχνά τον έβαζαν να «παθαίνει» παρά να «κάνει», κατέστη περιζήτητος ως η κωμική ανάσα της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής – ένας ηθοποιός που έκανε αστεία επί σκηνής, αλλά ήταν βαθιά ανθρώπινος και εκφραστικός εκτός αυτής. Αν και οι 17 αρραβώνες του δεν κατέληξαν ποτέ σε γάμο, η καριέρα του και οι αξέχαστες στιγμές του στο σινεμά είναι ένας αιώνιος δεσμός με τη μνήμη του ελληνικού κοινού – και αυτός ο δεσμός είναι πιο δυνατός από κάθε καρπαζιά στην ιστορία.
Διαβάστε στο Thedaily.gr Αλέκος Τζανετάκος: Οι 17 αρραβωνιαστικιές, ο λόγος που δεν παντρεύτηκε με καμία, οι4 αδερφές, η αρρώστια που τον χτύπησε και το μοναχικό τέλος στα 73 | σε συνεργασία με Dropmedia.gr

