Νέο κύκλο αντιδράσεων προκαλεί ο Νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ν. 5314/2026), με το Συντονιστικό Όργανο Προέδρων Δημοτικών Κοινοτήτων Ελλάδος να κάνει λόγο για έναν νόμο που, ενώ εμφανίζεται να ενισχύει τον θεσμό των Κοινοτήτων, στην πράξη οδηγεί στην υποβάθμισή τους.
Στο δελτίο Τύπου που εξέδωσε, το Συντονιστικό χαρακτηρίζει τη σχέση του νέου θεσμικού πλαισίου με τις Δημοτικές Κοινότητες ως «αντιφατική», υποστηρίζοντας ότι πίσω από τη ρητορική περί αποκέντρωσης κρύβεται περαιτέρω συγκέντρωση εξουσιών στους δήμους.
Σύμφωνα με τους εκπροσώπους των Κοινοτήτων, το νέο εκλογικό σύστημα συμβάλλει στη διασφάλιση της κυβερνησιμότητας, ωστόσο μετατρέπει τους υποψήφιους προέδρους σε εξαρτημένους από τα δημοτικά ψηφοδέλτια, ενισχύοντας την κομματικοποίηση των τοπικών εκλογών και αποδυναμώνοντας τη λαϊκή βούληση σε επίπεδο κοινότητας.
Έντονη κριτική ασκείται και στην ηλεκτρονική ψηφοφορία, καθώς, όπως υποστηρίζεται, η εξαίρεση των Δημοτικών Κοινοτήτων δημιουργεί «πολίτες δύο ταχυτήτων». Το Συντονιστικό επικαλείται συνταγματικές διατάξεις περί ισότητας, συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας και διοικητικής αυτοτέλειας, καθώς και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη επιλογή αντιβαίνει στις αρχές της αποκέντρωσης.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται ότι η υποχρεωτική πάγια προκαταβολή αποτελεί θετική εξέλιξη, όμως οι αυστηροί περιορισμοί στη χρήση της, η αυξημένη διαχειριστική και ποινική ευθύνη των προέδρων και η περιορισμένη χρηματοδότηση δυσχεραίνουν σημαντικά την αξιοποίησή της για την κάλυψη άμεσων αναγκών των κοινοτήτων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον δημαρχοκεντρικό χαρακτήρα του νέου Κώδικα. Όπως αναφέρεται, οι Κοινότητες αναλαμβάνουν περισσότερες ευθύνες στην καταγραφή και εποπτεία τοπικών προβλημάτων, χωρίς όμως να αποκτούν ουσιαστικές αποφασιστικές αρμοδιότητες για τη διαχείριση πόρων ή την υλοποίηση έργων, καθώς οι κρίσιμες αποφάσεις παραμένουν στη Δημοτική Επιτροπή και το Δημοτικό Συμβούλιο.
Παράλληλα, το Συντονιστικό θεωρεί ότι η κατάργηση της δυνατότητας απόσπασης αιρετών δημοσίων υπαλλήλων λειτουργεί αποτρεπτικά για τη συμμετοχή νέων υποψηφίων στην αυτοδιοίκηση, δημιουργώντας, όπως αναφέρει, «υποψηφίους δύο ταχυτήτων».
Θετική χαρακτηρίζεται η αύξηση της οικονομικής αποζημίωσης και των εξόδων κίνησης των προέδρων των Δημοτικών Κοινοτήτων, καθώς και η αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στα δημοτικά συμβούλια. Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των Κοινοτήτων σημειώνουν ότι εξακολουθεί να μην αναγνωρίζεται η θητεία τους ως συντάξιμος χρόνος.
Στο δελτίο Τύπου γίνεται επίσης λόγος για άνιση μεταχείριση μεταξύ των κοινοτήτων που αποτελούν έδρες δήμων και των μικρών κοινοτήτων κάτω των 300 κατοίκων, όπου οι πρόεδροι υποβαθμίζονται σε απλούς εκπροσώπους χωρίς ουσιαστικές αποφασιστικές αρμοδιότητες.
Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι, παρά τη διατήρηση των Δημοτικών Κοινοτήτων ως διοικητικών οντοτήτων, δεν προβλέπεται η θεσμική εκπροσώπησή τους μέσω μιας Κεντρικής Ένωσης Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΚΕ), γεγονός που, σύμφωνα με το Συντονιστικό, περιορίζει τη δυνατότητα συλλογικής έκφρασης των τοπικών κοινωνιών.
Αναφορά γίνεται ακόμη στην υποχρέωση των δήμων να παρέχουν διοικητική υποστήριξη στις κοινότητες, η οποία όμως έρχεται σε αντίθεση με τη διαχρονική κατάργηση δημόσιων υπηρεσιών από την ελληνική περιφέρεια, γεγονός που έχει συμβάλει στη δημογραφική συρρίκνωσή της.
Τέλος, επισημαίνεται ότι, αν και οι Κοινότητες αποκτούν ρόλο στην ιεράρχηση μικρών τεχνικών έργων, η Δημοτική Επιτροπή διατηρεί τη δυνατότητα να τροποποιεί ή ακόμη και να απορρίπτει τις εισηγήσεις τους, περιορίζοντας στην πράξη την επιρροή τους στον αναπτυξιακό σχεδιασμό.
Καταληκτικά, το Συντονιστικό Όργανο Προέδρων Δημοτικών Κοινοτήτων Ελλάδος υποστηρίζει ότι ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης ενισχύει τον συγκεντρωτισμό, αποδυναμώνει τις τοπικές κοινωνίες, περιορίζει την αυτονομία της περιφέρειας και ενισχύει τον αθηνοκεντρικό χαρακτήρα της δημόσιας διοίκησης, παρά τις διακηρύξεις περί αποκέντρωσης.

