Η Ελλάδα βρέθηκε και το 2025 στον πυρήνα της ευρωπαϊκής αεροπορικής ανάκαμψης, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως κορυφαίος τουριστικός προορισμός αλλά και ως σημαντικός κόμβος αερομεταφορών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROCONTROL, η χώρα μας κατέγραψε κατά μέσο όρο 1.549 πτήσεις ημερησίως σε αφίξεις και αναχωρήσεις, σημειώνοντας αύξηση 4% σε σχέση με το 2024 και εντυπωσιακή άνοδο 23% σε σύγκριση με το προπανδημικό 2019.
Η Ελλάδα βρέθηκε στην όγδοη θέση μεταξύ των δέκα χώρών με τις περισσοτερες αφιξοαναχωρήσεις αεροπλάνων στην ΕΕ.
Ιδιαίτερα δυναμική ήταν και η εικόνα του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, ο οποίος μπήκε για πρώτη φορά στη δεκάδα των πιο πολυσύχναστων αεροδρομίων της Ευρώπης. Με 762 καθημερινές πτήσεις το 2025, η Αθήνα κατέγραψε αύξηση 6% σε ετήσια βάση και 26% σε σχέση με το 2019, αποτυπώνοντας τη διαρκή ενίσχυση της ζήτησης για ταξίδια προς την Ελλάδα.
Η πίεση στις υποδομές
Ωστόσο, η αυξημένη κίνηση άσκησε πιέσεις στις υποδομές και στις υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας καθώς το κέντρο ελέγχου της Αθήνας εμφάνισε μέσες καθυστερήσεις 0,8 λεπτών ανά πτήση, κυρίως λόγω ζητημάτων στελέχωσης
Παράλληλα, το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας συγκαταλέχθηκε σε εκείνα που παρουσίασαν επιδείνωση στην ακρίβεια αναχωρήσεων σε σχέση με το 2024, δείχνοντας τα όρια του συστήματος σε περιόδους αιχμής.
Η ελληνική εικόνα εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση, όπου το 2025 σηματοδότησε ουσιαστικά την επιστροφή της αεροπορικής κίνησης στα επίπεδα πριν από την πανδημία. Στην περιοχή ευθύνης της EUROCONTROL καταγράφηκαν 11,1 εκατομμύρια πτήσεις, αυξημένες κατά 4% σε σχέση με το 2024, με την κίνηση να ενισχύεται κυρίως στις χώρες του Νότου που ωφελήθηκαν από τον τουρισμό.
Οι επιδόσεις στη Βόρεια Ευρώπη
Αντίθετα, αρκετά κράτη της Βόρειας Ευρώπης παραμένουν ακόμη κάτω από τα επίπεδα του 2019, επηρεασμένα από χαμηλότερη εσωτερική ζήτηση και μειωμένες υπερατλαντικές συνδέσεις.
Πάντως το Ηνωμένο Βασίλειο κατέγραψε τον υψηλότερο μέσο αριθμό καθημερινών πτήσεων το 2025 (5.609/ημέρα), σημειώνοντας αύξηση +2,2% σε σχέση με το 2024. Το δεύτερο πιο πολυσύχναστο κράτος ήταν η Ισπανία (5.211 πτήσεις/ημέρα, +4,5%), ακολουθούμενη από τη Γερμανία (4.888 πτήσεις/ημέρα, +3,8%). Σε σύγκριση με το 2024, η Πολωνία εισέρχεται στην πρώτη δεκάδα στην 9η θέση, ωθώντας την Ελβετία στην 10η θέση και τη Νορβηγία εκτός λίστας (τώρα στην 11η θέση).
Οι low cost αεροπορικές εταιρείες
Στο επιχειρηματικό σκέλος, οι αεροπορικές χαμηλού κόστους κατέκτησαν για πρώτη φορά την πρωτιά σε μερίδιο αγοράς, ξεπερνώντας οριακά τις παραδοσιακές εταιρείες. Οι πτήσεις των low-cost αυξήθηκαν κατά 6%, τροφοδοτώντας μεγάλο μέρος της τουριστικής κίνησης προς τη Μεσόγειο, ενώ οι συνολικές καθυστερήσεις μειώθηκαν σε σχέση με το 2024, αν και παραμένουν υψηλότερες από τους ευρωπαϊκούς στόχους απόδοσης.
Η ανάπτυξη αυτή είχε και περιβαλλοντικό κόστος. Οι εκπομπές CO₂ από πτήσεις «πύλη σε πύλη» αυξήθηκαν κατά 5% το 2025, φτάνοντας τους 216 εκατ. τόνους, καθώς οι πτήσεις έγιναν κατά μέσο όρο μεγαλύτερες και με βαρύτερα αεροσκάφη, παρά τις βελτιώσεις στην αποδοτικότητα καυσίμου.
Η αεροπορική κίνηση
Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι η ευρωπαϊκή αεροπορία – και μαζί της η Ελλάδα – έχει αφήσει πίσω της την κρίση της πανδημίας και κινείται πλέον σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης, με αιχμή τον τουρισμό και τις χαμηλού κόστους μετακινήσεις. Για τη χώρα μας, η ισχυρή άνοδος της κίνησης επιβεβαιώνει τη διεθνή της ελκυστικότητα, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει την ανάγκη για επενδύσεις σε υποδομές, προσωπικό και βιώσιμες πρακτικές.
Αν η ανάπτυξη συνεχιστεί με τους ίδιους ρυθμούς, το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας δεν θα είναι μόνο πόσοι ταξιδεύουν, αλλά πόσο αποτελεσματικά και περιβαλλοντικά υπεύθυνα μπορεί να λειτουργήσει το ευρωπαϊκό – και ελληνικό – αεροπορικό σύστημα.
ot.gr

