Οι μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 4,4% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, ξεπερνώντας τις αυξήσεις σε Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία και Ιταλία. Για την αγοραστική τους δύναμη, όμως, το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν μηδενικό.
Ο πληθωρισμός της ίδιας περιόδου σε σχέση με την περσινή αντίστοιχη διαμορφώθηκε επίσης στο 4,4%, απορροφώντας ουσιαστικά ολόκληρο το όφελος. Η καλύτερη επίδοση στη σύγκριση των αυξήσεων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη βελτίωση στην πραγματική αξία των αμοιβών.
Την περίοδο Απριλίου–Ιουνίου, οι συνολικές αμοιβές ανά εργαζόμενο, συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών, αυξήθηκαν κατά 4,44% σε ετήσια βάση. Με τον εναρμονισμένο πληθωρισμό στο 4,4% για την ίδια περίοδο , η αύξηση σχεδόν εξαντλήθηκε στην κάλυψη του ακριβότερου κόστους ζωής.
Η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά από τη Γερμανία, όπου οι αμοιβές αυξήθηκαν κατά 4,2%, την Ισπανία με 4,1%, τη Γαλλία με 2,2% και την Ιταλία με 2%. Μια κατάταξη που εύκολα μπορεί να παρουσιαστεί ως ένδειξη σύγκλισης αλλά η σύγκλιση δεν κρίνεται μόνο από την ταχύτητα της αύξησης, αλλά και από την απόσταση που απομένει για να καλυφθεί από άλλους ευρωπαϊκούς μισθούς
Από το πραγματικό κέρδος στην κάλυψη της ακρίβειας
Η πιο αποκαλυπτική σύγκριση είναι με την προηγούμενη πορεία των ελληνικών αμοιβών. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2024, αυξάνονταν κατά 6,8%, με πληθωρισμό 2,7%. Απέμενε πραγματικό κέρδος περίπου 4%. Ένα χρόνο αργότερα, η αύξηση περιορίστηκε στο 3,8%, με πληθωρισμό 3,2%. Το όφελος μετά τις ανατιμήσεις συρρικνώθηκε περίπου στο 0,6%.
Στο τέταρτο τρίμηνο του 2025, η αύξηση των αμοιβών, περίπου 2,2%, υπολειπόταν ελαφρώς του πληθωρισμού, στο 2,4%. Το 2026 οι αυξήσεις ανέκαμψαν 3,6% στο πρώτο τρίμηνο και 4,4% στο δεύτερο. Αλλά οι τιμές επιταχύνθηκαν περισσότερο, από 3,1% σε 4,4%, σχεδόν μηδενίζοντας το μικρό πραγματικό κέρδος που είχε απομείνει. Η ανάκαμψη των αυξήσεων, επομένως, δεν αρκούσε.
Από εκεί που οι αμοιβές κέρδιζαν έδαφος απέναντι στις τιμές, έφτασαν να αυξάνονται μόλις όσο χρειαζόταν για να διατηρήσουν την αγοραστική τους δύναμη σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Το χάσμα πίσω από τα ποσοστά
Η χαμηλή αφετηρία κάνει το αποτέλεσμα ακόμη πιο βαρύ. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός, προσαρμοσμένος σε πλήρη απασχόληση, ήταν περίπου 18.000 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 39.800 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δηλαδή, περίπου στο 45% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Χαμηλότερα βρισκόταν μόνο η Βουλγαρία, στα 15.400 ευρώ.
Πρόκειται για ονομαστικές αποδοχές του 2024, όχι για σύγκριση σημερινής αγοραστικής δύναμης. Αποτυπώνουν, όμως, το μέγεθος του μισθολογικού χάσματος. Για να περιοριστεί, χρειάζεται διαρκής υπεροχή στις αυξήσεις.
Ο μέσος μισθός
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Π.Σ ΕΡΓΑΝΗ, το 2025 ο μέσος μικτός μισθός πλήρους απασχόλησης ήταν 1.516 ευρώ, ενώ μαζί με τη μερική απασχόληση διαμορφωνόταν στα 1.362,66 ευρώ. Το 36,5% των μισθωτών αμειβόταν έως 1.000 ευρώ και το 24,29% από 1.001 έως 1.200 ευρώ. Περίπου έξι στους δέκα βρίσκονταν έως τα 1.200 ευρώ μικτά. Σε αυτά τα επίπεδα αποδοχών, προφανώς και η διατήρηση της αγοραστικής δύναμης έχει αξία.
ot.gr

