Ο Σπύρος παρακολουθεί τη φουρτουνιασμένη θάλασσα του Αιγαίου από το σπίτι των διακοπών του. Κοιμήθηκε αργά και το βάρος των ματιών του σε συνδυασμό με την αντηλιά και την έλλειψη καφεΐνης τον βυθίζουν σταδιακά σε έναν λήθαργο. Πρέπει, όμως, να συγκεντρωθεί. Τα επόμενα λεπτά θα τον καλέσει ξανά ο συνάδελφός του, ο οποίος τον ξύπνησε γύρω στις εννιά, και θα προσπαθήσουν να λύσουν μαζί το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στο λογισμικό.
Ο Σπύρος βρίσκεται στην Τήνο, ο συνάδελφός του στην Αθήνα. Ο Σπύρος έχει πάρει μερικές ημέρες άδειας, ο συνάδελφος όχι. Στο τέλος της ημέρας, άσχετα από τον φόρτο εργασίας του καθενός, έχουν δουλέψει και οι δύο. «Συνέχεια το ίδιο γίνεται» λέει ο Σπύρος, και από το βάθος ακούγεται (επιτέλους) ο ήχος της μηχανής του καφέ.
Η εικόνα μιας ξαπλώστρας δίπλα στο κύμα συνοδεύεται πλέον από τις ειδοποιήσεις μιας οθόνης. Για έναν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, η θερινή άδεια δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αλλαγή σκηνικού, με την πίεση που τη συνοδεύει να μεταφέρεται απλώς εκτός γραφείου, μπροστά από τη θάλασσα.
Η έννοια της πλήρους αποσύνδεσης τείνει να εξελιχθεί σε πολυτέλεια, προσθέτοντας στις διακοπές το βάρος της αόρατης εργασίας – έστω κι αν αυτή είναι ολιγόλεπτη, όπως συνέβη στην περίπτωση του Σπύρου.
Το «επείγον» ταξιδεύει παντού

Brett Jordan/Unsplash
Αυτή η εξέλιξη τροφοδοτείται άμεσα από την τεχνολογική παγίδα της διαρκούς συνδεσιμότητας. Οι εφαρμογές και τα εταιρικά email παραμένουν ανοιχτά όλο τον χρόνο, με το smartphone να λειτουργεί ως ψηφιακός δίαυλος που μεταφέρει τις εργασιακές εκκρεμότητες στην τσέπη του εργαζομένου. Ετσι, κάθε ειδοποίηση αποτελεί μια δυνητική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Την ίδια στιγμή, η γενίκευση της εξ αποστάσεως εργασίας θόλωσε περαιτέρω τα όρια, καλλιεργώντας την προσδοκία ότι εφόσον κάποιος μπορεί να εργαστεί από παντού, οφείλει να είναι διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή.
«Συνήθως γνωρίζω αν πρέπει να έχω τον νου μου στο κινητό ακόμα και σε άδεια. Δεν είναι πάντα στο χέρι μου βέβαια» περιγράφει ο Φάνης Χρ., 32 ετών. «Ακόμα και να το έχω στον νου μου, ο ήχος από τα email με αποσυντονίζει. Δεν με ταράζει, αλλά με βάζει στη διαδικασία να σκεφτώ, όπως όταν είμαι στο γραφείο, ενώ κάνω διακοπές. Αν ξέρω ότι δεν χρειάζεται να κάνω κάτι, θα έχω αθόρυβο το κινητό για λίγες μέρες και θα το κοιτάζω μόνο μία φορά την ημέρα. Δυστυχώς, σε επείγοντα μηνύματα πάντα απαντάω, και αν για κάποιον λόγο δεν το δω εγκαίρως, θα νιώσω λίγες τύψεις» αναφέρει ο ίδιος.
Το τίμημα αυτής της κατάστασης είναι πρωτίστως ψυχολογικό. Η αδυναμία αποσύνδεσης γεννά το εργασιακό FOMO (Fear of Missing Out) – τον διαρκή φόβο ότι η απουσία από τα δρώμενα της εταιρείας θα επιφέρει απώλεια ελέγχου, παρανοήσεις ή παραγκωνισμό. Ταυτόχρονα, η ενοχή της αδράνειας κάνει τον εργαζόμενο να αισθάνεται ότι η παράλειψη απάντησης σε ένα εκτός ωραρίου email συνιστά έλλειψη επαγγελματισμού.
Η ξεκούραση που δεν έρχεται ποτέ
Η Μαρίνα Μ., 30 ετών, βιώνει αυτή την πίεση ως ένα διαρκές εσωτερικό αδιέξοδο. «Οταν είμαι σε περίοδο άγχους ή έχω άδεια σε περίοδο πολύ φορτωμένη για το γραφείο, συνήθως έχω ένα συναίσθημα ότι βουλιάζω, αλλά ταυτόχρονα ότι πρέπει να είμαι σε εγρήγορση – ένα πολύ επικίνδυνο δίπολο. Οταν επιλέξω να ανοίξω το κινητό, το ανοίγω ξεκάθαρα από επιλογή, που είναι επίσης προβληματικό. Δεν αισθάνομαι τύψεις αν μου στείλουν, γιατί απαντάω στο 99% των φορών. Απαντάω όσο πιο επιγραμματικά, κοφτά και κατατοπιστικά μπορώ για να μη λάβω επιπλέον ερωτήσεις, και συνήθως δεν μου ξαναστέλνουν» επισημαίνει.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το λεγόμενο vacation burnout: ο εγκέφαλος παραμένει σε εγρήγορση, η ξεκούραση δεν ολοκληρώνεται ποτέ και η επιστροφή στην καθημερινότητα συνοδεύεται από σωματική και πνευματική εξάντληση.
Ερμηνεύοντας τις βαθύτερες ρίζες αυτής της συμπεριφοράς, η ψυχολόγος Νάσια Φάντη εξηγεί πώς η σύγχρονη κουλτούρα διαμορφώνει την ψυχοσύνθεσή μας: «Η διαρκής ανάγκη να αποδεικνύουμε και να ενισχύουμε την εργασιακή μας αξία και αυτοεικόνα μέσα από τη δίχως όρια διαθεσιμότητα προς τη δουλειά μας, δημιουργεί αυτό που ονομάζεται “hustle culture”. Πρόκειται για κάτι που έχει φυτευτεί και διαρκώς ενισχύεται από την εργασιακή κουλτούρα τόσο σε μεγάλα εταιρικά περιβάλλοντα όσο και σε μικρές επιχειρήσεις: η ιδέα ότι για να αξίζεις τον μισθό σου, για να πάρεις αύξηση, για να μπορείς να εξελιχθείς και να αναγνωριστείς, πρέπει να δίνεις ασταμάτητα παραπάνω από όσα σου ζητούνται. Περισσότερες ώρες, διαθεσιμότητα ακόμη και εκτός ωραρίου, ελάχιστες μέρες άδειας» αναφέρει η ψυχολόγος.
Η ενοχή αρχίζει από την παιδική ηλικία

Nick Odnari/Unsplash
Το πρόβλημα, βέβαια, σύμφωνα με την κυρία Φάντη, ξεκινά από πολύ νωρίτερα: «Στην παιδική και εφηβική ηλικία, πολλοί ένιωθαν ενοχή ή και ντροπή όταν δεν έκαναν τίποτα. Η αδράνεια και η ξεκούραση συχνά βαφτίζονταν ως “βαρεμάρα” και απαιτούσαν άμεση δράση. Οταν το διάλειμμα παίρνει αρνητικό πρόσημο, αυτό αντανακλάται στις διακοπές. Το λεγόμενο “vacation burnout” προκύπτει όταν η άδεια προκαλεί περαιτέρω εξάντληση αντί για ξεκούραση, καθώς ο περιορισμένος χρόνος μάς πιέζει να προλάβουμε να αποσυνδεθούμε και να δούμε τα πάντα, με αποτέλεσμα οι ρυθμοί να μην πέφτουν ποτέ. Μακροπρόθεσμα, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος burnout και αγχωδών διαταραχών που επηρεάζει την απόδοση, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη λειτουργικότητα του ατόμου» τονίζει η ίδια.
Η τάση αυτή εκδηλώνεται εντονότερα στην Ελλάδα, όπου το εργασιακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από υψηλή ένταση. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στην 1η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις πραγματικές ώρες εργασίας, με τον μέσο όρο να αγγίζει τις 39,6 ώρες την εβδομάδα (έναντι 35,9 του μέσου όρου της ΕΕ), ενώ πάνω από το 12% των εργαζομένων δηλώνει ότι εργάζεται συστηματικά πάνω από 49 ώρες εβδομαδιαίως.
Όταν η ομάδα καταφέρει να λειτουργήσει προστατευτικά, η αποσύνδεση γίνεται εφικτή, όπως σημειώνει ο Φάνης. «Νιώθω ότι έχω ξεκουραστεί όταν η ομάδα αλληλοκαλύπτεται· έχει τύχει να μη χρειαστεί να ασχοληθώ καθόλου σε όλο το διάστημα των διακοπών. Οταν όμως πρέπει να εμπλακώ έστω και λίγο, επηρεάζει την ξεκούρασή μου» λέει με έμφαση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το θεσμοθετημένο «Δικαίωμα στην Αποσύνδεση», το οποίο κατοχυρώνει τη δυνατότητα του εργαζομένου να απέχει από την ψηφιακή επικοινωνία εκτός ωραρίου και κατά τη διάρκεια των αδειών του, παραμένει στην πράξη χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Ο Σπύρος, που βρέθηκε στην Τήνο για να γιορτάσει τον γάμο του φίλου του και έφτασε να λύνει εξ αποστάσεως ένα πρόβλημα λογισμικού, το επιβεβαιώνει. Και χωρίς να έχει πιει καφέ.
tovima.gr

