Ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια οικονομία, προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή ενεργοποιώντας ένα επικίνδυνο ντόμινο που ξεκινά από την ενέργεια και φτάνει έως τον πληθωρισμό, τα επιτόκια και το κόστος δανεισμού κρατών και νοικοκυριών.
Η διεθνής τιμή του Brent έχει καταγράψει άνοδο 47,5% από την έναρξη της κρίσης, φτάνοντας στα 107,5 δολάρια το βαρέλι, στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων μηνών. Οι αγορές παρακολουθούν με ανησυχία τις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.
Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία έχει περιορίσει τις εξαγωγές αργού μετά το πλήγμα που δέχθηκε κρίσιμη ενεργειακή της υποδομή από φιλοϊρανική οργάνωση στο Ιράκ, ενώ οι απειλές των ανταρτών Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα διατηρούν σε υψηλά επίπεδα την αβεβαιότητα για την ασφαλή μεταφορά ενεργειακών προϊόντων.
Το ενεργειακό σοκ περνά πλέον άμεσα και στις τσέπες των καταναλωτών. Στην Ελλάδα, το γέμισμα ενός ρεζερβουάρ απαιτεί πλέον ακόμη και τριψήφια ποσά, καθώς οι τιμές των καυσίμων έχουν εκτοξευθεί. Η αμόλυβδη βενζίνη διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στα 2,16 ευρώ το λίτρο από 1,75 ευρώ πριν από την κρίση, ενώ το πετρέλαιο κίνησης έχει αυξηθεί από τα 1,57 ευρώ στα 2,12 ευρώ το λίτρο, σημειώνοντας άνοδο περίπου 35%.
Οι ανατιμήσεις ενδέχεται να συνεχιστούν καθώς αρκετές χώρες στρέφονται σε εναλλακτικές πηγές προμήθειας πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, το υψηλό κόστος μεταφοράς και τα αυξημένα ναύλα επιβαρύνουν επιπλέον την τελική τιμή των καυσίμων και των ενεργειακών προϊόντων.
Οι νέες πληθωριστικές πιέσεις ανατρέπουν παράλληλα τους σχεδιασμούς των κεντρικών τραπεζών. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε νέα αύξηση του βασικού επιτοκίου στο 2,5%, επιδιώκοντας να αναχαιτίσει το νέο κύμα ανατιμήσεων, ενώ οι αγορές εκτιμούν ότι θα ακολουθήσουν και άλλες παρεμβάσεις εάν οι ενεργειακές τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα. Ανάλογες κινήσεις αναμένονται και από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.
Όπως επισημαίνουν οικονομικοί αναλυτές, η κρίση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για έναν πιο επίμονο πληθωρισμό, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν περαιτέρω τα επιτόκια, τη στιγμή που οι αγορές ανέμεναν σταθεροποίηση ή ακόμη και αποκλιμάκωσή τους.
Οι επιπτώσεις αποτυπώνονται ήδη στην αγορά ομολόγων. Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων κινούνται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών, αυξάνοντας το κόστος με το οποίο δανείζονται τα κράτη. Το αμερικανικό δεκαετές ομόλογο διαμορφώνεται κοντά στο 5%, το βρετανικό στο 5,3%, ενώ οι αποδόσεις Γαλλίας και Ιταλίας κινούνται στο 4,4%. Στην Ελλάδα, το δεκαετές παραμένει χαμηλότερα, γύρω στο 4,28%, χάρη στην καλύτερη εικόνα του δημόσιου χρέους και τις παρεμβάσεις αποκλιμάκωσής του.
Την ίδια ώρα, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με διπλή πρόκληση καθώς από τη μία αυξάνονται οι αμυντικές δαπάνες λόγω της γεωπολιτικής αστάθειας και από την άλλη ενισχύεται η ανάγκη στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στο αυξημένο κόστος ζωής.
Το βάθος των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί τελικά από τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης. Όσο η αστάθεια στη Μέση Ανατολή παραμένει και οι ενεργειακές ροές βρίσκονται υπό απειλή, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος το ενεργειακό σοκ να μετατραπεί σε ένα ευρύτερο οικονομικό σοκ για την παγκόσμια οικονομία.
Πώς η ενεργειακή κρίση δοκιμάζει την οικονομία
Η ενεργειακή κρίση που πυροδοτεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν μεταφράζεται μόνο σε ακριβότερα καύσιμα για τους καταναλωτές. Δημιουργεί ένα αλυσιδωτό οικονομικό φαινόμενο που επηρεάζει τον πληθωρισμό, τα επιτόκια, τις αγορές ομολόγων και τελικά το κόστος δανεισμού κρατών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη της πίεσης που δέχονται οι πολίτες αποτυπώνεται στην πορεία της αμόλυβδης βενζίνης. Παρά την κρατική επιδότηση των 10 λεπτών ανά λίτρο, η μέση τιμή της αμόλυβδης βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο που ξέσπασε η κρίση.
Οι καταναλωτές πληρώνουν περίπου 2,20 ευρώ το λίτρο, ενώ χωρίς την επιδότηση η τιμή θα πλησίαζε τα 2,30 ευρώ, επίπεδα. Ενδεικτικό είναι ότι οι καταναλωτές έχουν να πληρώσουν τόσο ακριβά την βενζίνη από τις ημέρες του πολέμου της Ουκρανίας.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη βενζίνη. Η άνοδος του πετρελαίου επηρεάζει το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο θέρμανσης και το ηλεκτρικό ρεύμα, δημιουργώντας νέο κύμα ανατιμήσεων σε ολόκληρη την οικονομία. Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στις υπηρεσίες και τελικά στα προϊόντα που φτάνουν στα ράφια των καταστημάτων.
Οι πληθωριστικές πιέσεις οδηγούν τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν υψηλά επιτόκια ή ακόμη και να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα οικονομικό «ντόμινο»: ακριβότερη ενέργεια, υψηλότερος πληθωρισμός, αυξημένα επιτόκια και τελικά μεγαλύτερο κόστος δανεισμού.
Η κατάσταση αποτυπώνεται ήδη στις διεθνείς αγορές ομολόγων. Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων έχουν φτάσει σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Το αμερικανικό δεκαετές ομόλογο κινείται γύρω στο 5%, το βρετανικό στο 5,3%, ενώ η Γαλλία και η Ιταλία δανείζονται με επιτόκια κοντά στο 4,4%.
Για τις μεγάλες οικονομίες, η άνοδος ακόμη και κατά μία ποσοστιαία μονάδα συνεπάγεται τεράστια επιβάρυνση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με δημόσιο χρέος δεκάδων τρισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως και η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία, καλούνται να διαθέσουν ολοένα περισσότερους πόρους για την εξυπηρέτηση του χρέους τους. Αυτό περιορίζει τα περιθώρια για κοινωνικές παροχές, επενδύσεις και μέτρα στήριξης απέναντι στην ακρίβεια.
Πώς «αντιδρά» η Ελλάδα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα εμφανίζεται σχετικά πιο θωρακισμένη. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου παραμένει χαμηλότερα από εκείνες αρκετών μεγαλύτερων οικονομιών, γεγονός που αποδίδεται στη στρατηγική διαχείρισης του δημόσιου χρέους.
Η χώρα έχει ήδη καλύψει τις περισσότερες δανειακές ανάγκες της για το έτος, περιορίζοντας την ανάγκη νέων εξόδων στις αγορές σε μια περίοδο υψηλών επιτοκίων. Παράλληλα, προχωρά σε νέες πρόωρες αποπληρωμές χρέους, με στόχο τη μείωση της αναλογίας χρέους προς ΑΕΠ και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Οι κινήσεις αυτές συμβάλλουν στη συγκράτηση του κόστους δανεισμού και ενισχύουν τη θέση της χώρας απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Ωστόσο, η άνοδος των αποδόσεων δεν επηρεάζει μόνο το Δημόσιο. Μεταφέρεται και στην πραγματική οικονομία, καθώς επηρεάζει το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων αλλά και τα επιτόκια που πληρώνουν τα νοικοκυριά για στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια.
Το επόμενο διάστημα θεωρείται κρίσιμο. Εάν η ενεργειακή κρίση παραταθεί και οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, οι πληθωριστικές πιέσεις θα ενταθούν και το ντόμινο στην παγκόσμια οικονομία θα συνεχιστεί. Αντίθετα, μια αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να περιορίσει τις πιέσεις στις αγορές ενέργειας, επιτρέποντας σταδιακά την επιστροφή σε ένα πιο σταθερό οικονομικό περιβάλλον.
Ρεπορτάζ: Γωγώ Κατσέλη, Θάνος Τσίρος
Διαβάστε ακόμα: Νέα ενεργειακή κρίση στον ορίζοντα: Εκτοξεύονται πετρέλαιο, φυσικό αέριο και καύσιμα
www.ertnews.gr

