Λίγοι έλληνες πρώτης γενιάς στην Αμερική πριν από περίπου 23 χρόνια, ένωσαν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν ένα θεσμό, που, πολλοί στη συνέχεια αντέγραψαν ή απλά εμπνεύστηκαν από αυτόν. Ο Κλέων Σκούρτης, καλλιτεχνικός διευθυντής του SFGFF, ήταν στον πρώτο πυρήνα ιδεών και έμπνευσης. με αφορμή την 23η διοργάνωση, μας μιλάει για το “πνευματικό παιδί του”, το Ελληνικό Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο.
[Η συνέντευξη ακούστηκε από τη ραδιοφωνική εκπομπή του ΕΡΤnews radio, Cineπως και έχει υποστεί επεξεργασία για την καλύτερη απόδοση της απομαγνητοφώνησης]
-Βρισκόμαστε λοιπόν ακόμα στο Σαν Φρανσίσκο. [Αναφερόμαστε στο] Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου] μαζί με τον Κλέωνα Σκούρτη, τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ για την 23η διοργάνωση. Κλέωνα, σ’ ευχαριστούμε που είσαι στην παρέα μας. Θα ήθελα λίγο να μου μιλήσεις για την φετινή διοργάνωση. Πως ξεκινήσατε, με ποια ταινία τελειώνετε, Ποια είναι η συνολική εικόνα από το κοινό;
-Κι εμείς ευχαριστούμε. Καλώς ήρθες! Ευχαριστούμε πάρα πολύ. Είναι 23 χρόνια που λειτουργούμε το Ελληνικό Φεστιβάλ στον Άγιο Φραγκίσκο. Η ομάδα ξεκίνησε πριν 23 χρόνια με την ιδέα να προωθήσουμε τον Ελληνισμό με έναν τρόπο αλλιώτικο από τον τυπικό που γνωρίζουν όλα τα άτομα (σ.σ. το κοινό στο Σαν Φρανσίσκο). Και η ιδέα ήταν να αρχίσουμε ένα φεστιβάλ σιγά-σιγά που μέχρι στιγμής έχει βαστήξει 23 χρόνια· λειτουργεί πολύ ωραία και σχεδόν γνωριζόμαστε σε όλο τον κόσμο αυτή τη στιγμή.

-Ήταν η πρώτη μορφή φεστιβάλ ελληνικού κινηματογράφου σε όλο τον κόσμο, κάτι που ξεκινήσατε εσείς και στην πορεία είδαμε να περνάει η ιδέα και σε άλλα μέρη, (ακόμα και στην ίδια πολιτεία υπάρχει το Ελληνικό Φεστιβάλ του Λος Άντζελες). Να αναφέρουμε ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στη Νέα Υόρκη, υπάρχει στο Λονδίνο, υπάρχει μια έκδοση στο Βερολίνο, παλιότερα στο Σικάγο. Πώς πιστεύεις λοιπόν ότι επηρέασε και τους υπόλοιπους Έλληνες της διασποράς να ενεργοποιηθούν σε αυτόν τον τομέα;
-Ακριβώς. Το Φεστιβάλ 23 χρόνια, όπως είπαμε λειτουργεί. Η ιδέα ήταν, κάθε φορά που ακούμε ένα φεστιβάλ που προσπαθεί να οργανωθεί. Του τηλεφωνούμε, προσπαθούμε να του δώσουμε ιδέες, να τις βοηθήσουμε για ό, τι χρειαστούν. Θέλαμε να υπήρχε ένα ελληνικό φεστιβάλ σε κάθε πολιτεία, ή τουλάχιστον ένα. Αυτό θα βοηθούσε πάρα πολύ όλα τα φεστιβάλ. Και επίσης να μπορέσουμε να προωθούμε όλα τα ελληνικά έργα σε όλη την Αμερική, όχι μόνο σε μεγάλες πολιτείες, αλλά σε κάθε πολιτείες της Αμερικής. Αυτή είναι μια ιδέα που προσπαθούμε να το πετύχουμε […]. [Πλέον] έχει και φεστιβάλ στην Ατλάντα. Έχει και φεστιβάλ στο Χιούστον. [Συγκεκριμένα] προχθές ήρθαν εκπρόσωποι από το φεστιβάλ του Χιούστον για να δούνε πως λειτουργούμε το φεστιβάλ μας εδώ.

-Φέτος πως έχουν πάει τα πράγματα; Είναι καλύτερα από την προηγούμενη χρονιά;
-Λοιπόν, τα πράγματα φέτος πάνε καλύτερα. Νομίζω μετά από το ότι ο κόσμος αρχίζει και βγαίνει έξω σιγά-σιγά και γυρίζουν στους κινηματογράφους (Τουλάχιστον στο δικό μας), γιατί δεν μπορούμε να μιλήσουμε για όλα τα φεστιβάλ, έχει ανέβει το ποσοστό προσέλευσης.
-Έχετε πλέον και υβριδική έκδοση ώστε να δίνετε τη δυνατότητα τις ταινίες σας να μπορούν να τις δουν και τα άτομα που επιλέγουν με φυσική παρουσία να έρθουν στην κινηματογραφική αίθουσα, αλλά παράλληλα και όσοι βρίσκονται σε μακρινές αποστάσεις ή δεν τους το επιτρέπει το πρόγραμμά τους τη συγκεκριμένη μέρα να έρθουν στο σινεμά […]. Στο διαδικτυακό σας πρόγραμμα υπάρχει και μια ιδιαιτερότητα, ένα ξεχωριστό τμήμα του ντοκιμαντέρ.
-Μάλιστα· προσπαθήσαμε για αυτή την ιδέα καθώς ήταν ότι πολλοί άνθρωποι που δεν μπορούν να βγουν έξω τις νύχτες λόγω εργασίας δεν μπορούν να […] έρθουν στο φεστιβάλ μας. Για αυτό το λόγο, τα ανεβάζουμε και στο διαδίκτυο. Αυτό βοηθάει πολύ τα άτομα [να βλέπουν τις ταινίες].

Στην αρχή φοβηθήκαμε ότι αν το βάλουμε στο διαδίκτυο ο κόσμος δεν θα έρθει στην κινηματογραφική αίθουσα. Αλλά είδαμε πως έγινε το αντίθετο.
Δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ του τι παίζεται στο φεστιβάλ (σ.σ. στις αίθουσες) μας εδώ στο Σαν Φρανσίσκο και τι παίζει στο διαδίκτυο. Την ίδια στιγμή που οργανώνουμε εμείς, όπως είπατε, ένα μέρος του φεστιβάλ μας, που αποτελείται από ντοκιμαντέρ να παίζουν μόνο στο διαδίκτυο.

-Πριν ανακοινωθούν τα βραβεία, η ταινία έναρξης (Σπασμένη Φλέβα) κατάφερε να γεμίσει κυριολεκτικά την αίθουσα και προσθέσατε και καρέκλες για να μπορέσετε να ικανοποιήσετε όλους τους ανθρώπους που είχαν έρθει εκείνη την ημέρα. Αυτό έχει χρόνια να συμβεί σε αυτή τη μορφή, με τόσο πολύ κοινό, δηλαδή να γεμίσει η αίθουσα. Είχε να γίνει από τις χρονιές του Covid, άμα θέλεις να το προσδιορίσουμε χρονικά. Τί μορφής αισιοδοξία σού δίνει αυτό;
-Αυτό μας δίνει μεγάλη αισιοδοξία, γιατί ξέραμε ότι πριν από την έναρξη του φεστιβάλ με την πρεμιέρα του έργου, είχαν πουληθεί όλα τα εισιτήρια, πριν το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, οπότε το ανακοινώσαμε (για να διευκολύνουμε τον κόσμο). Ο κόσμος που εμφανίστηκε εδώ γεμίσαμε υπερβολικά την αίθουσα. Προσθέσαμε καρέκλες, όπως είπατε, και είπαμε σε πολλούς ανθρώπους: «Συγνώμη, δεν μπορείτε να μπείτε, πηγαίνετε σπίτια σας και να τη βρείτε στο διαδίκτυο».

Οπότε αυτό ήταν πολύ με μεγάλη μας χαρά να δούμε ότι ο κόσμος πολύς κόσμος θέλει να βγει έξω και να έρχεται, […] ας πούμε και γενικά στους κινηματογράφους.
-Ξεκινήσατε λοιπόν με τη «Σπασμένη Φλέβα», και ολοκληρώνεται με μία ταινία που είναι ίσως από τις πιο αναμενόμενες του φεστιβάλ, το «Μικρές Ανάσες» [Life in a beat], δύο ταινίες που δείχνουν μια διαφορετική Ελλάδα από αυτή που συνηθίζει να παρουσιάζει ο κινηματογράφος και που επιλέγουν η μία με περισσότερη ηλεκτρική ένταση και η άλλη με μεγαλύτερες σιωπές σε ένα προφίλ κοινωνικού ρεαλισμού να παρουσιάζουν γεγονότα και ανθρώπινες ιστορίες που δύσκολα βλέπουμε στον κινηματογράφο.
-Ακριβώς! Προσπαθούμε να φέρουμε εδώ κάτι που ο κόσμος δεν θα δει ακόμα και θα ήθελε να δει. Θέλαμε να καταλάβουν τι αισθάνονται οι άνθρωποι [που ζουν] στην Ελλάδα γι’ αυτό είναι τόσο σπουδαίο επίτευγμα (αυτές οι δύο ταινίες).
Αυτά μας είπε ο Κλέωνας Σκούρτης, ο καλλιτεχνικός διευθυντής από το Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Φρανσίσκο.
www.ertnews.gr

