Πολιτισμός

Ο Πολ Ραντ στο ΕΡΤnews απαντά ερώτηση μας με αφορμή τη «Μπαλάντα των Ονείρων»

Για περισσότερα από τριάντα χρόνια, ο Paul Rudd καταφέρνει κάτι σπάνιο για έναν ηθοποιό του Χόλιγουντ. Να παραμένει ταυτόχρονα αναγνωρίσιμος και απρόβλεπτος. Από το «Κορίτσι του Μπέβερλυ Χιλς» (Clueless) και το «Anchorman» μέχρι το σύμπαν της Marvel ως Ant-Man, η πορεία του χαρακτηρίζεται από διαρκείς μεταμορφώσεις και μια αξιοσημείωτη άνεση μετάβασης από την κωμωδία, στο δράμα και τον ανεξάρτητο κινηματογράφο.

Με τη «Μπαλάντα των Ονείρων» (Power Ballad) του John Carney, που θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες στις 9 Ιουλίου από τη Σπέντζος Φιλμ, υποδύεται τον Rick Power, έναν μουσικό που ζει μακριά από τα φώτα των μεγάλων συναυλιακών χώρων και της τεράστιας δόξας, μέχρι τη στιγμή που ένα τραγούδι έρχεται να ανατρέψει όλα όσα πίστευε για τον εαυτό του, την καριέρα του και την ίδια την έννοια της δημιουργίας.

Κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας συνέντευξης Τύπου της ταινίας, ο Rudd μίλησε για τη μουσική, τη φήμη, τη Marvel, τον πατέρα του, την αξία της αποτυχίας αλλά και για το γιατί πιστεύει ότι, στο τέλος, αυτό που έχει πραγματικά σημασία δεν είναι ποιος θα πάρει τα εύσημα αλλά το ίδιο το έργο που αφήνει πίσω του.

Ερώτηση:

Η ερμηνεία σας ως μουσικός στην ταινία είναι τόσο πειστική, που σε αρκετές στιγμές μοιάζετε απολύτως ισάξιος με έναν πραγματικό ροκ σταρ όπως ο (συμπρωταγωνιστής σας) Nick Jonas. Έχετε περιγράψει τον εαυτό σας στο παρελθόν ως έναν όχι ιδιαίτερα καλό κιθαρίστα. Νιώσατε την ανάγκη να εξελιχθείτε μέσω του ρόλου κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;

Paul Rudd:

Η αλήθεια είναι πως ήμουν διαρκώς συνειδητοποιημένος ότι βρισκόμουν ανάμεσα σε πραγματικούς μουσικούς, κάτι που εγώ δεν είμαι. Μου αρέσει να παίζω μουσική. Μου αρέσει να τραγουδάω όπως αρέσει σχεδόν σε όλους τους ανθρώπους. Παίζω κιθάρα εδώ και πολλά χρόνια, αλλά όχι σε τέτοιο επίπεδο ώστε να έρθει κάποιος και να μου πει: «Έλα, παίξε μας κάτι». Αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ. Παίζω κυρίως μόνος μου.

Όταν βρέθηκα σε ένα περιβάλλον γεμάτο μουσικούς, είχα επίγνωση ότι δεν ήθελα να επιβραδύνω τη δουλειά κανενός. Ο John Carney είναι πραγματικός μουσικός. Είχε πάντα μια κιθάρα δίπλα του και συχνά τον έβλεπες να παρακολουθεί τις σκηνές παίζοντας μουσική. Ο Nick είναι εξαιρετικός τραγουδιστής και τραγουδούσε συνεχώς. Θα ήθελα να πιστεύω ότι όταν βρίσκεσαι δίπλα σε τέτοιους ανθρώπους ανεβαίνεις κι εσύ επίπεδο. Αναγκάζεσαι να σταθείς στο ύψος της περίστασης. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα, αλλά αντί να φοβηθώ, αποφάσισα να συμμετάσχω. Και εκείνοι ήταν τόσο φιλόξενοι που με έκαναν να αισθανθώ πως ανήκω ανάμεσα τους.

Ο Νικ Τζόνας στον ρόλο του Ντάνι και ο Πολ Ραντ στον ρόλο του Ρικ στην ταινία «Power Ballad». Φωτογραφία: David Cleary

Ερώτηση:

Το Δουβλίνο είναι μια πόλη με έντονη μουσική ταυτότητα. Πόσο καλά τη γνωρίζατε πριν από τα γυρίσματα;

Paul Rudd:

Γνώριζα ήδη αρκετά καλά την Ιρλανδία γιατί είναι ένα από τα αγαπημένα μου μέρη στον κόσμο. Ο πατέρας μου ήταν ιστορικός του Τιτανικού και περνούσε μεγάλο μέρος της ζωής του εκεί. Ουσιαστικά αυτό ήταν το επάγγελμά του. Οργάνωνε ταξίδια και ξεναγήσεις, ιδιαίτερα στο Cobh, το τελευταίο λιμάνι στο οποίο σταμάτησε ο Τιτανικός πριν ξεκινήσει το μοιραίο ταξίδι προς τη Νέα Υόρκη. Έχω περάσει πολύ χρόνο στο Cork και στο Δουβλίνο και πάντα αισθανόμουν σαν στο σπίτι μου εκεί. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στους ίδιους τους Ιρλανδούς, οι οποίοι έχουν τον τρόπο να σε κάνουν να νιώθεις ευπρόσδεκτος.

Η μουσική αποτελεί κομμάτι της ταυτότητας της πόλης. Λατρεύω την ιρλανδική μουσική, τις παμπ, τη λογοτεχνία, ολόκληρη την κουλτούρα της χώρας. Το να βρεθώ εκεί και να υποδυθώ έναν μουσικό ήταν πραγματικά ένας ονειρικός ρόλος. Η χαρά αυτής της εμπειρίας ξεπέρασε ακόμη και τη νευρικότητα που είχα, γιατί η μουσική δεν είναι ακριβώς ο χώρος μου. Παρ’ όλα αυτά, ήμουν ενθουσιασμένος που είχα την ευκαιρία να προσποιηθώ για λίγο ότι ανήκω σε αυτόν τον κόσμο.

Ερώτηση:

Το «Η Μπαλάντα των Ονείρων» συνδυάζει μουσική, χιούμορ και έντονο συναίσθημα. Χρειάστηκε να προσεγγίσετε τον ρόλο διαφορετικά από άλλες κωμωδίες που έχετε κάνει;

Paul Rudd:

Δεν σκέφτομαι ποτέ με όρους είδους (κωμωδίας ή δράματος). Κάθε ρόλος απαιτεί κάτι διαφορετικό και το σενάριο μου έδειχνε ξεκάθαρα την πορεία του Rick και τον τρόπο με τον οποίο χάνει σταδιακά την ισορροπία του.

Στη ζωή μου αντιμετωπίζω τις ανασφάλειες, το άγχος και τις δυσκολίες μέσα από το χιούμορ. Νομίζω ότι αυτό περνά σχεδόν σε όλους τους χαρακτήρες που παίζω. Ακόμη και όταν προσπαθώ να εκφράσω κάτι δραματικό, το χιούμορ συνυπάρχει γιατί έτσι λειτουργώ ως άνθρωπος. Το μόνο που προσπαθώ να κάνω είναι να υπηρετήσω την αλήθεια της στιγμής και να καταλάβω τι νιώθει ο χαρακτήρας σε κάθε σκηνή.

Ο Keith McErlean στον ρόλο του Kyle, ο Peter McDonald στον ρόλο του Sandy, ο Paul Rudd στον ρόλο του Rick, ο Rory Keenan στον ρόλο του Binzer και ο Paul Reid στον ρόλο του Bernard στην ταινία «Power Ballad». Πηγή φωτογραφίας: Ευγενική παραχώρηση της Lionsgate

Ερώτηση:

Ο Wim Wenders έχει πει ότι το ροκ εν ρολ σώζει ζωές. Με ποιον τρόπο πιστεύετε ότι η μουσική λειτουργεί ως παυσίπονο για τον Rick;

Paul Rudd:

Η μουσική περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μας βοηθά να αισθανόμαστε ψυχικά ισορροπημένοι. Μας κάνει να νιώθουμε ότι κάποιος μας βλέπει και μας καταλαβαίνει.

Όταν είσαι βαθιά λυπημένος, η μουσική μπορεί πραγματικά να σε σώσει. Δεν νομίζω ότι ο Wim Wenders υπερβάλλει. Για έναν άνθρωπο όπως ο Rick, η μουσική δεν είναι χόμπι. Είναι η ταυτότητά του. Είναι αυτό που είναι.

Ακόμη και στη δική μου ζωή, όταν αισθάνομαι πίεση ή άγχος, συχνά πιάνω μια κιθάρα. Είναι ένας τρόπος διαφυγής.

Για έναν μουσικό που βιώνει κάτι πολύ έντονο, ο φυσικός τρόπος να το επεξεργαστεί είναι να το μετατρέψει σε τραγούδι. Η μουσική σε κρατά δεμένο με τον κόσμο και ταυτόχρονα σου επιτρέπει να πετάξεις πάνω από αυτόν.

Ερώτηση:

Η ταινία δείχνει πώς η επιτυχία μπορεί να αλλάξει τα πάντα μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Έχετε βιώσει ποτέ μια στιγμή όπου η επιτυχία έκανε τη ζωή σας πιο περίπλοκη αντί για καλύτερη;

Paul Rudd:

Ναι, φυσικά. Υπάρχουν πράγματα στη ζωή που γίνονται πιο περίπλοκα όταν γνωρίζεις επιτυχία σε αυτή τη δουλειά. Παρότι υπάρχουν πάρα πολλά θετικά και όμορφα στοιχεία, υπάρχουν και ορισμένες δυσκολίες που προκύπτουν. Το αντιλήφθηκα ιδιαίτερα μετά τη συμμετοχή μου στις ταινίες της Marvel, κυρίως λόγω του επιπέδου αναγνωρισιμότητας που απέκτησα. Ορισμένα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα. Για παράδειγμα, το να βρίσκεσαι σε μεγάλους δημόσιους χώρους ή ανάμεσα σε πολύ κόσμο.

Παρόλα αυτά δεν μου αρέσει να μιλάω ιδιαίτερα για τα προβλήματα της διασημότητας. Πάντα αισθάνομαι ότι ακούγεται κάπως γελοίο όταν το κάνεις και κινδυνεύεις να φανείς αγνώμων ή εγωιστής.

Ερώτηση:

Ποια είναι η αγαπημένη σας «power ballad» («Μπαλάντα των Ονείρων»); Και τι σημαίνει γενικότερα η μουσική για εσάς;

Paul Rudd:

Είναι δύσκολη ερώτηση γιατί ακόμη και ο ορισμός της power ballad είναι κάπως ασαφής. Αν σκεφτώ το κλασικό ύφος των μεγάλων ροκ μπαλαντών της δεκαετίας του ’80, θα έλεγα ότι το «Amanda» των Boston είναι σίγουρα ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Από την άλλη, λατρεύω και το «Lights» των Journey. Δεν ξέρω αν θεωρείται ακριβώς power ballad, αλλά ας πούμε ότι θα διαλέξω αυτό.

Ο Πίτερ ΜακΝτόναλντ στον ρόλο του Σάντι και ο Πολ Ραντ στον ρόλο του Ρικ στην ταινία «Power Ballad». Πηγή φωτογραφίας: Ευγενική παραχώρηση της Lionsgate

Ερώτηση:

Ποια ήταν η σημαντικότερη συμβουλή που σας έδωσε ο Nick Jonas για το τραγούδι;

Paul Rudd:

Δεν μου έδωσε καμία απολύτως συμβουλή και για αυτό και μόνο, τον ευγνωμονώ. Αν άρχιζε να μου δίνει οδηγίες και τεχνικές συμβουλές, πιθανότατα θα κολλούσα στο μυαλό μου και θα άρχιζα να σκέφτομαι υπερβολικά το κάθε τι. Απλώς μπήκαμε κατευθείαν στη διαδικασία και διασκεδάσαμε.

Ερώτηση:

Πριν από τριάντα χρόνια δίνατε συνεντεύξεις για το «Κορίτσι του Μπέβερλυ Χιλς». Σήμερα έχετε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και ποικιλόμορφες καριέρες στο Χόλιγουντ. Κοιτάζοντας πίσω, ποια έργα θεωρείτε καθοριστικά για την πορεία σας;

Paul Rudd:

Είναι περίεργο πώς περνά ο χρόνος. Μια μεγάλη καριέρα έρχεται σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις. Μοιάζει λίγο με το να κουρεύεις ένα τεράστιο γκαζόν. Κοιτάζεις μόνο το μικρό κομμάτι μπροστά σου και συνεχίζεις να προχωράς. Κάποια στιγμή σταματάς, γυρίζεις πίσω και συνειδητοποιείς πόσο μεγάλη διαδρομή έχεις καλύψει.

Αν κοιτάξω λοιπόν αυτό το «κουρεμένο γκαζόν» που είναι η σελίδα μου στο IMDb, υπάρχουν ορισμένες εμπειρίες που ξεχωρίζουν. Το «Υγρό, Καυτό, Αμερικανικό Καλοκαίρι» (Wet Hot American Summer) ήταν μια από αυτές. Νομίζω ότι ήταν η ταινία που με έβαλε ουσιαστικά στη συζήτηση για το «Ο παρουσιαστής: Ο θρύλος του Ron Burgundy» (Anchorman). Όταν ήρθε αυτή η ταινία, βρέθηκα να συνεργάζομαι με τον Judd Apatow και μια ομάδα ηθοποιών με τους οποίους στη συνέχεια κάναμε πολλές ταινίες για περίπου μια δεκαετία. Ήταν μια πολύ σημαντική και υπέροχη περίοδος της ζωής μου. Και φυσικά η Marvel άλλαξε τα πάντα. Ήταν η πρώτη φορά που έκανα κάτι που είχαν δει πραγματικά τα παιδιά. Ξαφνικά βρισκόμουν στον δρόμο και ένα μικρό παιδί με ρωτούσε πώς είναι ο Iron Man. Αυτό ήταν εντελώς διαφορετικό από οτιδήποτε είχα ζήσει μέχρι τότε.

Υπάρχουν επίσης θεατρικές δουλειές που με δυσκόλεψαν πολύ και αποδείχθηκαν εξαιρετικά σημαντικές για μένα. Και υπάρχουν ακόμη και έργα που δεν πέτυχαν ή εμπειρίες που δεν απόλαυσα ιδιαίτερα. Παράξενα, αυτές οι αποτυχίες είναι συχνά εκείνες που σε βοηθούν περισσότερο να καταλάβεις τι πραγματικά θέλεις να κάνεις. Κατά κάποιον τρόπο, οι λιγότερο επιτυχημένες εμπειρίες είναι συχνά οι πιο πολύτιμες.

Ο Πολ Ραντ στον ρόλο του Ρικ και ο Πίτερ ΜακΝτόναλντ στον ρόλο του Σάντι στην ταινία «Power Ballad». Φωτογραφία: Isibéal-O’Connell

Ερώτηση:

Τι είναι αυτό που σας κάνει σήμερα να λέτε «ναι» σε μια ταινία;

Paul Rudd:

Δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα όλα αυτά τα χρόνια. Το πρώτο πράγμα που αναρωτιέμαι είναι: «Θα ήθελα να δω αυτή την ταινία ως θεατής;» Αυτό είναι πάντα το πρώτο φίλτρο.

Το δεύτερο είναι αν υπάρχει κάτι μέσα μου που με τραβάει προς τον συγκεκριμένο ρόλο. Καθώς διαβάζω ένα σενάριο, πολλές φορές αρχίζω να φαντάζομαι πώς θα το έπαιζα. Πώς θα προσέγγιζα τον χαρακτήρα. Πώς θα λειτουργούσαν οι σκηνές. Όταν συμβαίνει αυτό, καταλαβαίνω ότι μάλλον θέλω να το κάνω.

Φυσικά, το πώς θα καταλήξει μια ταινία είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Σχεδόν κάθε φορά που ξεκινώ μια δουλειά πιστεύω πραγματικά ότι μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι σπουδαίο. Δεν συμβαίνει πάντα. Και όταν δεν συμβαίνει, μπορεί να είναι απογοητευτικό.

Όμως δεν μετράω την επιτυχία με βάση το box office. Τη μετράω με βάση το τι κέρδισα προσωπικά από την εμπειρία, τι έμαθα και πώς ένιωσα κατά τη διάρκεια της δημιουργίας. Μια ταινία μπορεί να αποτύχει πλήρως ως αποτέλεσμα. Μπορεί να τη δεις και να πεις ότι δεν ήταν αστεία, δεν ήταν συγκινητική, δεν λειτούργησε σε κανένα επίπεδο. Όμως τα γυρίσματα διαρκούν περίπου τρεις μήνες. Ζεις σε έναν τόπο μακριά από την οικογένειά σου. Συνεργάζεσαι καθημερινά με ανθρώπους. Χτίζεις σχέσεις. Μοιράζεσαι εμπειρίες. Όλα αυτά έχουν αξία.

Έχω ζήσει πάρα πολλές υπέροχες εμπειρίες σε γυρίσματα και αυτό είναι κάτι που δεν μετριέται με εισιτήρια. Ο δικός μου οδηγός παραμένει ο ίδιος: Θα ήθελα να δω αυτή την ταινία; Και υπάρχει κάτι μέσα μου που με ωθεί να προσπαθήσω να ερμηνεύσω αυτόν τον χαρακτήρα;

Ο Νικ Τζόνας στον ρόλο του Ντάνι και ο Πολ Ραντ στον ρόλο του Ρικ στην ταινία «Power Ballad». Φωτογραφία: David Cleary

Ερώτηση:

Ο John Carney είναι γνωστός για τον συνεργατικό τρόπο με τον οποίο δουλεύει. Πώς ήταν η εμπειρία σας μαζί του; Υπήρξαν σκηνές που προέκυψαν μέσα από αυτοσχεδιασμό;

Paul Rudd:

Ο John είναι απίστευτα συνεργάσιμος. Νομίζω ότι αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι είναι μουσικός (είναι μπασίστας). Είναι άνθρωπος της μπάντας. Δεν είναι ο κλασικός frontman που θέλει όλα τα φώτα στραμμένα πάνω του. Αγαπά τις συνεργασίες και αυτό φαίνεται στον τρόπο που σκηνοθετεί.

Συχνά δουλεύαμε μια σκηνή και ξαφνικά συνέβαινε κάτι ενδιαφέρον σε μια πρόβα. Η αντίδρασή του ήταν πάντα: «Περιμένετε λίγο. Ας το εξερευνήσουμε περισσότερο.» Μου θύμιζε μουσικούς που βρίσκουν ξαφνικά μια ενδιαφέρουσα ακολουθία συγχορδιών και όλοι γύρω τους λένε: «Ξαναπαίξ’ το. Συνέχισε. Για πάμε παρακάτω.» Έτσι ακριβώς δουλεύει.

Υπήρχε μια σκηνή που τελικά δεν μπήκε στην ταινία. Ήταν περίπου τρεις σελίδες διαλόγου. Καθώς τη δουλεύαμε, ο John σταμάτησε και είπε: «Δεν νομίζω ότι κάποιος άνθρωπος θα μιλούσε έτσι. Ας τα πετάξουμε όλα αυτά και ας βρούμε τι πραγματικά θα έλεγαν.» Και ξαφνικά αρχίζαμε να ξαναχτίζουμε τη σκηνή από την αρχή.

Μου θύμιζε τις πιο αγνές μορφές θεατρικής πρόβας. Και ήταν εξαιρετικά διασκεδαστικό.

Ερώτηση:

Πόσο συμμετείχατε στη δημιουργία του τραγουδιού που βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας; Είχατε κάποια συμβολή στη διαμόρφωσή του;

Paul Rudd:

Όταν υπέγραψα για την ταινία, γνώριζα ότι το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν εξαιρετικά σημαντικό για την ιστορία. Αναφερόταν συνεχώς μέσα στο σενάριο. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχε ακόμη γραφτεί. Το ίδιο ίσχυε και για τον Nick. Θυμάμαι ότι συζητούσαμε μεταξύ μας και λέγαμε: «Αναρωτιέμαι πώς θα ακούγεται τελικά αυτό το τραγούδι. Πρέπει οπωσδήποτε να λειτουργεί, γιατί ολόκληρη η ταινία βασίζεται πάνω του.»

Ευτυχώς ο Gary Clark και ο John Carney είναι εξαιρετικοί δημιουργοί τραγουδιών. Δούλευαν παράλληλα πάνω σε όλη την πρωτότυπη μουσική της ταινίας. Η δική μου συμμετοχή αφορούσε περισσότερο τα τραγούδια που θα ερμήνευε η μπάντα στους γάμους. Αρχίσαμε να συζητάμε ποια τραγούδια περιμένει κανείς να ακούσει σε έναν γάμο. Για παράδειγμα, το «Celebration». Νομίζω πως το έχω ακούσει σχεδόν σε κάθε γάμο που έχω βρεθεί. Ήταν διασκεδαστικό να φτιάχνουμε λίστες με τραγούδια που θα μπορούσε να παίξει μια τέτοια μπάντα. Μάλιστα ηχογραφήσαμε πολλά περισσότερα τραγούδια από όσα εμφανίζονται στην τελική ταινία. Αρκετά έμειναν εκτός μοντάζ. Και αυτή η διαδικασία ήταν πραγματικά απολαυστική.

Ερώτηση:

Υπήρχε κάποιο τραγούδι που σας άρεσε ιδιαίτερα να ερμηνεύετε, είτε μπήκε είτε δεν μπήκε τελικά στην ταινία;

Paul Rudd:

Ναι. Ένα από τα τραγούδια που απόλαυσα περισσότερο ήταν το «The Boys Are Back in Town» των Thin Lizzy. Το λατρεύω. Πάντα μου άρεσε, αλλά δεν θα έλεγα ότι ήταν από τα αγαπημένα μου τραγούδια.

Όταν όμως βρέθηκα στην Ιρλανδία και άρχισα να το ηχογραφώ, το άκουσα διαφορετικά. Ο Phil Lynott είναι θρύλος εκεί. Υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση της χώρας με αυτό το τραγούδι. Καθώς το τραγουδούσα, συνειδητοποίησα πόσο σπουδαίο τραγούδι είναι πραγματικά. Έφυγα από αυτή την εμπειρία με εντελώς διαφορετική εκτίμηση γι’ αυτό.

Ένα ακόμη τραγούδι που ηχογραφήσαμε αλλά δεν μπήκε στην ταινία ήταν το «Mr. Blue Sky» των ELO. Και ειλικρινά, η δική μας εκδοχή ήταν εξαιρετική. Ήταν πραγματικά πολύ καλή.

Ηχογραφήσαμε επίσης τραγούδια όπως το «Lady in Red» που τελικά έμειναν στο μοντάζ. Υπήρχαν πολλά περισσότερα τραγούδια από όσα είδε ο κόσμος στην τελική εκδοχή.

Ο Πολ Ραντ στον ρόλο του Ρικ και ο Πίτερ ΜακΝτόναλντ στον ρόλο του Σάντι στην ταινία «Power Ballad». Πηγή φωτογραφίας: Ευγενική παραχώρηση της Lionsgate

Ερώτηση:

Υπάρχει κάποιο τραγούδι που έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για εσάς;

Paul Rudd:

Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση. Υπάρχουν πάρα πολλά.Αλλά θα σας δώσω μια απάντηση που ίσως σας εκπλήξει.

Το τραγούδι είναι το «Anchors Aweigh». Είναι ένα παλιό ναυτικό τραγούδι. Ο πατέρας μου είχε υπηρετήσει για κάποια χρόνια στο Ναυτικό. Όταν ήμουν μικρός, η μητέρα μου μού τραγουδούσε νανουρίσματα. Ο πατέρας μου όμως δεν τραγουδούσε. Συνήθως μου έλεγε ιστορίες που επινοούσε εκείνη τη στιγμή. Πού και πού, όμως, προσπαθούσε να μου τραγουδήσει κάτι. Δεν ήξερε πολλά τραγούδια. Και έτσι μου τραγουδούσε το «Anchors Aweigh» για να με κοιμίσει. Κάθε φορά που το ακούω σήμερα, επιστρέφω αμέσως σε εκείνες τις στιγμές. Δεν είναι το πιο συνηθισμένο νανούρισμα του κόσμου. Αλλά για μένα είναι κάτι πολύ προσωπικό.

Ερώτηση:

Η πρώτη συνάντηση του Rick και του Danny στην ταινία δημιουργεί αμέσως μια αίσθηση οικειότητας και εμπιστοσύνης. Πώς χτίστηκε αυτή η χημεία με τον Nick Jonas;

Paul Rudd:

Δεν νομίζω ότι την χτίσαμε συνειδητά. Η πρώτη σκηνή που γυρίσαμε μαζί ήταν ακριβώς η πρώτη σκηνή όπου οι χαρακτήρες γνωρίζονται. Και την ίδια στιγμή γνωριζόμασταν και εμείς ως άνθρωποι.

Δεν είχα συναντήσει ποτέ τον Nick πριν από αυτή την ταινία. Είχαμε έναν κοινό φίλο, τον Jack McBrayer, ο οποίος μου είχε πει τα καλύτερα γι’ αυτόν. Ήξερα λοιπόν ότι θα συνεργαζόμουν με έναν καλό άνθρωπο και πράγματι δέσαμε αμέσως.

Το γεγονός ότι οι χαρακτήρες γνωρίζονταν σταδιακά όσο γνωριζόμασταν κι εμείς βοήθησε πολύ. Υπήρχε μια φυσικότητα σε αυτό. Καθόμασταν με κιθάρες και πιάνα, παίζαμε μουσική και περνούσαμε καλά. Για μένα ήταν σαν να ζω μια μικρή φαντασίωση. Έκανα πράγματα που πάντα φανταζόμουν ως παιδί ότι θα ήθελα να κάνω και μάλιστα δίπλα σε έναν πραγματικό μουσικό. Ήταν πολύ διασκεδαστικό.

Ερώτηση:

Πώς προετοιμαστήκατε για να υποδυθείτε έναν ροκ σταρ; Ζητήσατε συμβουλές από μουσικούς;

Paul Rudd:

Όχι. Δεν ζήτησα καμία συμβουλή. Απλώς βούτηξα κατευθείαν στα βαθιά. Η αλήθεια είναι ότι προετοιμαζόμουν για αυτόν τον ρόλο ολόκληρη τη ζωή μου χωρίς να το ξέρω.

Από τότε που ήμουν τεσσάρων ή πέντε ετών φανταζόμουν ότι ήμουν μουσικός. Στεκόμουν πάνω στο κρεβάτι μου, τραγουδούσα σε μια βούρτσα μαλλιών σαν να ήταν μικρόφωνο και κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Φορούσα ό,τι θεωρούσα τότε το πιο «κουλ» ρούχο που είχα. Η μουσική ήταν πάντοτε πολύ σημαντική για μένα.

Δεν ήταν ποτέ το επάγγελμά μου ούτε το πραγματικό μου κάλεσμα αλλά υπήρχε πάντα στη φαντασία μου, γι’ αυτό και η ταινία μού έδωσε την ευκαιρία να παίξω για λίγο αυτό το παιχνίδι. Αντί να αφήσω τον φόβο να με παραλύσει επειδή έκανα κάτι έξω από τη ζώνη άνεσής μου, αποφάσισα να κάνω το αντίθετο. Να το αγκαλιάσω. Να βουτήξω στα βαθιά. Να περάσω καλά.

Κάπως έτσι λειτουργεί και το καραόκε. Στην αρχή φοβάσαι, μετά το κάνεις και τελικά διασκεδάζεις αφάνταστα.

Νομίζω ότι πολλά πράγματα στη ζωή είναι έτσι. Μοιάζουν τρομακτικά μέχρι να αποφασίσεις ότι θα τα αντιμετωπίσεις σαν διασκέδαση.

Ο Πολ Ραντ στον ρόλο του Ρικ και ο Νικ Τζόνας στον ρόλο του Ντάνι στην ταινία «Power Ballad». Φωτογραφία: Ντέιβιντ Κλίρι

Ερώτηση:

Έχετε αποκτήσει μεγαλύτερη εκτίμηση για τους τραγουδιστές γάμων μετά από αυτή την ταινία;

Paul Rudd:

Απολύτως, αλλά τους εκτιμούσα και πριν. Οποιοσδήποτε κάνει κάτι που αγαπά και το κάνει καλά αξίζει τον σεβασμό μας. Ιδιαίτερα όταν προσπαθεί να κάνει τη μέρα κάποιου άλλου καλύτερη. Μια μπάντα γάμου έχει τεράστια ευθύνη. Για το ζευγάρι που παντρεύεται, αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ημέρα της ζωής του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το να συμβάλεις ώστε αυτή η ημέρα να γίνει ακόμη πιο ξεχωριστή είναι κάτι που αξίζει αναγνώριση.

Ερώτηση (Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος – Ελλάδα):

Πολλοί άνθρωποι έχουν βιώσει καταστάσεις παρόμοιες με εκείνες που αντιμετωπίζει ο ήρωάς σας. Σε αντίθεση όμως με τον Rick, δεν διαθέτουν γραπτές ή ηχογραφημένες αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν την αλήθεια τους. Υπό αυτή την έννοια, ο ήρωας είναι τυχερός μέσα στην ατυχία του. Τι θα θέλατε να πείτε σε όσους είδαν την αλήθεια τους να αμφισβητείται, να απορρίπτεται ή να σιωπά, μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούσαν να αποδείξουν τι πραγματικά συνέβη;

Paul Rudd:

Δεν είστε μόνοι. Δεν ξέρω αν αυτό αρκεί ως παρηγοριά, αλλά είναι το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό. Νομίζω πως μερικές φορές χρειάζεται να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα πίσω και να θυμηθούμε ότι όλοι βρισκόμαστε εδώ για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Όσο μπορούμε να συμβάλουμε στο να γίνει αυτός ο κόσμος λίγο καλύτερος και να προσθέσουμε κάτι σε αυτόν, αυτό είναι που έχει σημασία. Αν καταφέρεις να βγάλεις το εγώ από την εξίσωση, τότε η ίδια η πράξη της δημιουργίας είναι κάτι υπέροχο, ακόμη κι αν μόνο εσύ γνωρίζεις ότι συνέβη.

Υπάρχουν διάσημοι μουσικοί που λένε συχνά ότι λειτουργούν σαν αγωγοί. Ότι κάτι περνά μέσα από αυτούς και δεν τους ανήκει πραγματικά.

Ίσως να υπάρχει λίγη ψεύτικη μετριοφροσύνη σε αυτό. Ίσως όμως να υπάρχει και κάποια αλήθεια. Μετά από πολλά χρόνια, κανείς δεν θα θυμάται ποιος έγραψε τι. Κανείς δεν θα θυμάται όλες τις λεπτομέρειες. Αυτό που θα παραμείνει είναι το ίδιο το έργο. Το ίδιο το δημιούργημα.

Ο Πολ Ραντ στον ρόλο του Ρικ και ο Κιθ ΜακΈρλιν στον ρόλο του Κάιλ στην ταινία «Power Ballad». Φωτογραφία: Ντέιβιντ Κλίρι

Ξέρω πόσο δύσκολο είναι να διαχωρίσει κανείς το εγώ του από την αίσθηση της ιδιοκτησίας.

Αλλά αν γνωρίζαμε πραγματικά πόσοι άνθρωποι δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ για πράγματα που δημιούργησαν, μάλλον θα μας συγκλόνιζε. Πολλά από τα έργα που αγαπάμε περισσότερο ίσως να οφείλονται εν μέρει σε ανθρώπους που δεν πήραν ποτέ τα εύσημα που τους αναλογούσαν. Μπορεί να αισθάνεσαι ότι είναι άδικο. Μπορεί να αναρωτιέσαι «γιατί συνέβη σε μένα;». Όμως δεν είσαι ο μόνος. Και πιθανότατα είσαι μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης ιστορίας απ’ όσο φαντάζεσαι.

Ερώτηση:

Έπειτα από δεκαετίες στον κινηματογράφο, τι είναι αυτό που σας ενθουσιάζει περισσότερο σήμερα; Και τι είναι αυτό που σας λείπει από το παρελθόν;

Paul Rudd:

Αυτό που με ενθουσιάζει σήμερα είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα που με ενθουσίαζε πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια· η πιθανότητα να συμμετέχω σε κάτι μέσα στο οποίο ο κόσμος θα αναγνωρίσει τον εαυτό του. Σε μια ιστορία που θα τον αγγίξει. Σε κάτι που θα τον συγκινήσει.

Ακούμε συνεχώς συζητήσεις για την τεχνητή νοημοσύνη και για το πώς θα αλλάξει ο κινηματογράφος. Όμως στο τέλος της ημέρας εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που αφηγούνται ιστορίες σε άλλους ανθρώπους. Αυτό δεν έχει αλλάξει ποτέ.

Κάθε φορά που ξεκινώ μια νέα δουλειά σκέφτομαι: Ίσως αυτή να είναι η σπουδαιότερη δουλειά που έχω κάνει ποτέ.» Διατηρώ ακόμη αυτόν τον ενθουσιασμό. Αυτό που μου λείπει είναι το φιλμ. Μου λείπει η αίσθηση του να γυρίζεις πραγματικά σε φιλμ. Μου λείπει επίσης η κουλτούρα της κινηματογραφικής αίθουσας.

Όταν κάθεσαι σε έναν κινηματογράφο δεν έχεις τον έλεγχο. Δεν έχει σημασία πόσο μεγάλη είναι η τηλεόρασή σου ή πόσο καλό είναι το ηχοσύστημά σου. Αν μπορείς να πατήσεις παύση, δεν βιώνεις την ταινία με τον ίδιο τρόπο.

Είμαστε όλοι εθισμένοι στα κινητά μας. Παρακολουθούμε μια ταινία και ταυτόχρονα κοιτάζουμε την οθόνη του τηλεφώνου. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να πηγαίνουμε κάπου, να καθόμαστε μαζί με άλλους ανθρώπους και να μοιραζόμαστε μια κοινή εμπειρία. Αυτό ήταν πάντα η μαγεία του κινηματογράφου. Και μου λείπει.

Μου λείπει η αίσθηση ότι δουλεύεις πάνω σε κάτι γνωρίζοντας πως ο κόσμος θα συγκεντρωθεί σε μια σκοτεινή αίθουσα για να το ζήσει μαζί. Αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει, αλλά όχι στον βαθμό που συνέβαινε παλιότερα. Και είναι κάτι που πραγματικά νοσταλγώ.

Ανάμεσα στις ιστορίες για την Ιρλανδία, τη Marvel, τον Nick Jonas και τις μπάντες γάμου, ο Paul Rudd έδωσε ίσως την πιο ουσιαστική απάντηση της συνέντευξης όταν κλήθηκε να σχολιάσει τι συμβαίνει σε όσους δεν κατάφεραν ποτέ να αποδείξουν την αλήθεια τους.

Η απάντησή του δεν ήταν ξύλινη ή δεν είχε αποκλειστικά πρακτική εφαρμογή· ήταν βαθιά ανθρώπινη. Για τον ίδιο, η δημιουργία έχει μεγαλύτερη σημασία από την ιδιοκτησία και το ίδιο το έργο μεγαλύτερη διάρκεια από την αναγνώριση.

Ίσως γι’ αυτό ο Rick Power να είναι ένας τόσο ενδιαφέρων χαρακτήρας. Γιατί πίσω από τη διαμάχη για ένα τραγούδι κρύβεται μια πολύ μεγαλύτερη ερώτηση: τι είναι αυτό που μένει τελικά όταν περάσουν τα χρόνια;

Ο Paul Rudd φαίνεται να έχει ήδη βρει τη δική του απάντηση.

δείτε το τρέιλερ ΕΔΩ

www.ertnews.gr

Related posts
Πολιτισμός

BellaTOFIFEST 2026: Οι Nora Jaenicke & Joanna Kulig – Αποκλειστικά στο ΕΡΤnews

Μια εκ βαθέων συζήτηση με αφορμή την ταινία «Isola», υπογράμμισε ότι «το δηλητήριο μπορεί να κρύβει και τη θεραπεία» To «Isola» της Nora…
Πολιτισμός

Μαρίνα Σάττι και Μιχάλης Κουινέλης ξανά οι φωνές της Βαϊάνα και του Μάουι στη live-action ταινία της Disney

Η Μαρίνα Σάττι και ο Μιχάλης Κουινέλης (Stavento) ξαναβρίσκονται καλλιτεχνικά για να δώσουν για ακόμα μια φορά τη φωνή τους…
Πολιτισμός

Annecy 2026: Ρεκόρ συμμετοχών, λαμπεροί καλεσμένοι και νέοι θεσμοί για το κορυφαίο φεστιβάλ animation

Το Annecy International Animation Film Festival 2026 ολοκληρώθηκε καταγράφοντας τη μεγαλύτερη προσέλευση στην ιστορία του, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία χρονιά…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ