Περίπου 400 εκατ. ευρώ ετησίως κοστίζει στους Έλληνες καταναλωτές η παραβατικότητα στην αγορά καυσίμων, με το πρόβλημα να εντοπίζεται πλέον κυρίως στην κλοπή στην αντλία.
Αν και οι έλεγχοι και η εφαρμογή του σφραγίσματος 92 πρατηρίων πέρσι έχουν οδηγήσει σε αισθητή αποκλιμάκωση του φαινομένου, ένα στα τέσσερα πρατήρια στην Αττική εξακολουθεί να εμφανίζει ελλειμματικές παραδόσεις καυσίμου, γεγονός που δείχνει ότι η μάχη κατά της παραβατικότητας απέχει ακόμη από το να έχει κερδηθεί.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας μελέτης του Εργαστηρίου Τεχνολογίας Καυσίμων και Λιπαντικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που παρουσιάστηκε χθες από τον Σύνδεσμο Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών (ΣΕΕΠΕ) με τον πρόεδρο του Συνδέσμου, κ. Γιάννη Αλιγιζάκη να ζητά την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου και τη συνέχιση των ελέγχων.
Η κλοπή στην αντλία αντικαθιστά το λαθρεμπόριο
«Για μια ευρωπαϊκή χώρα το 23% παραβατικότητας είναι πάρα πολύ», ανέφερε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ, σημειώνοντας ότι οι συντονισμένες παρεμβάσεις της Πολιτείας έχουν αποδώσει για πρώτη φορά μετρήσιμα αποτελέσματα, χωρίς όμως να δικαιολογούν εφησυχασμό.
Όπως εξήγησε, το επίκεντρο της παραβατικότητας φαίνεται να έχει μετατοπιστεί. Οι τελευταίες έρευνες του Συνδέσμου εστιάζουν στην κλοπή στην αντλία, δηλαδή στην παράδοση μικρότερης ποσότητας καυσίμου από εκείνη που πληρώνει ο καταναλωτής.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΣΕΕΠΕ εκτιμά ότι η οικονομική επιβάρυνση των καταναλωτών ανέρχεται σε περίπου 400 εκατ. ευρώ ετησίως. Η εκτίμηση βασίζεται στην παραδοχή ότι ένας οδηγός διανύει περίπου 30.000 χιλιόμετρα τον χρόνο, με μέση τιμή καυσίμου 1,90 ευρώ ανά λίτρο. Ο κ. Αλιγιζάκης διευκρίνισε ότι το ποσό αφορά αποκλειστικά τη ζημία των καταναλωτών από την κλοπή στην αντλία και όχι διαφυγόντα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου από το λαθρεμπόριο καυσίμων.

