Πολιτισμός

“Michael”: Η στιμορόλ αγιογραφία που κάνει τον Καποδίστρια να κοκκινίζει

Ο σοφός λαός λέει «στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί». Εδώ, κατά παράφραση, «η σκηνή του Μάικλ Τζάκσον κρύβει τα του οίκου του». Η επιφανειακή και τόσο επιδερμική προσέγγιση τμήματος της ζωής του Moonwalker χρησιμοποιεί τα τραύματά του ως γεγονότα και όχι ως την πλαστελίνη που όρισε την κατασκευή του ανδριάντα του στον χώρο των media, υπονομεύοντας τελικά την ίδια τη βιογραφία που μύστες ή όχι περιμέναμε με περιέργεια.

Θυμηθείτε αυτό το μοτό: καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς.

Για να μη μασάμε τα λόγια μας, διαβάστε τα θετικά και τα αρνητικά της ατελούς cine-αγιοβιογραφίας που όλοι περιμένατε.

Photo Credit: Glen Wilson/Lionsgate

Το σενάριο

Με ένα «συνταγογραφημένο» σενάριο που αισθάνεσαι ότι εξέδωσε το παραπεμπτικό ο ΕΟΠΥΥ του fan service, η ταινία είναι κινηματογραφικά πλουμιστή, αφηγηματικά αφελής και μονοδιάστατη. Χορογραφημένη σαν παράσταση φόρου τιμής από το West End, μοιάζει με βόλτα σε μουσείο κέρινων ομοιωμάτων: άλλοτε η ιστορία κρύβεται πίσω από πιστά αντίγραφα και άλλοτε από κακοφορμισμένα Funko που κουνάνε επικριτικά το κεφάλι σε κάθε λακκούβα.

Η ταινία προδίδει από τα πρώτα στραβοπατήματα το ανολοκλήρωτό της. Αρχικά σχεδιαζόταν σε δύο μέρη, με το πρώτο να αφηγείται τον δρόμο για τη δόξα και το δεύτερο τον δρόμο για τη «λόξα». Αυτό που βλέπουμε είναι ένα love letter των φωτεινών σελίδων της πορείας προς την κορυφή, μαζί με τη συγκρουσιακή σχέση του ερμηνευτή με τον εκμεταλλευτή, νάρκισσο και κακοποιητή πατέρα του, Τζόσεφ, γνωστό και ως το «τσόγλανο» της ιστορίας. Όσο η σχέση πατέρα-γιου παραμένει «άσπρο-μαύρο», καμία σκιά δεν υποφωτίζει τη ροπή του καλλιτέχνη προς την πιτερπανική παιδική ηλικία και όλα όσα του καταλογίστηκαν και λύθηκαν εξωδικαστικά.

(Photo by Sebastian Reuter/Getty Images for Universal Pictures)

Ο πρωταγωνιστής

Ο Τζαφάρ Τζάκσον φαντάζει ως η πιο ασφαλής επιλογή για τους φαν του Μάικλ. Ιδρώνει τη φανέλα στις χορογραφίες και τη μιμική τέχνη σε κάθε μουσικοχορευτικό απόσπασμα, και όταν τα beats ανεβαίνουν, η ταινία ζωντανεύει. Όταν όμως καλείται να ερμηνεύσει, με φωνή και ναζάκια Τζάσμιν και φυσική όψη που συχνά προσομοιάζει με τη Τζέιντα Πίνκετ Σμιθ, σε κάνει να εύχεσαι να μπει ξανά στο λυχνάρι της «Αλαντίνειας» περιπέτειάς του.

Photo Credit: Kevin Mazur

Η προσεγμένη αναπαράσταση και το καταστασιακό, πάντως, σε κάνουν να προσπερνάς σε μεγάλο βαθμό τις παιδικές ασθένειες της nepo επιλογής και να αναγνωρίζεις την προσπάθεια της απομίμησης, και ουχί της μίμησης.

(Photo by Gerald Matzka/Getty Images for Universal Pictures)

Η αφήγηση

Από εκείνο το σημείο και μετά, όλη η αφήγηση είναι, κατ’ ειρωνικό τρόπο και διπλή ανάγνωση, η μεταστροφή από το προϊόν που έμοιαζε με την Coca-Cola και ονομαζόταν “Jackson 5”, στην πορεία προς τη Pepsi δόξα που αργότερα κυριολεκτικά «έκαψε» τον Μάικλ.

Μια παροιμία λέει «…το σαπούνι σου χαλάς». Στο πλυντήριο της ιστορίας, όπου μια βιογραφία για τον Μάικλ ως συγκλονιστικό τραγουδοποιό θα «ξέπλενε» το όνομά του από τα σκάνδαλα, κάτι συμβαίνει και το ασπρόρουχο βγαίνει γκριζωπό. Δεν καταλαβαίνεις αν τελικά ο «Βασιλιάς» τιμούσε το στέμμα του και ήταν τόσο καλός και παρεξηγημένος, ή αν αυτή η καλοσύνη και ο ανθρωπισμός ήταν απλώς το συγχωροχάρτι για όσα του καταλογίζουν.

Χωρίς καμία ουσιαστική αναφορά στα αμφιλεγόμενα της ζωής του, η εξαναγκαστική υπερπροστασία του σήματος κατατεθέν «Μάικλ-Τζάκσον-Ο-Βασιλιάς-της-Ποπ» καταλήγει άψυχη και επιτηδευμένη. Κάθε τι μη επισφαλές θα μετέτρεπε αυτή την προσπάθεια ακόμα περισσότερο σε «Μάρκο Πόλο» αντί για ναρκοπέδιο.

Τα κενά

Πολλά κενά, ανολοκλήρωτα σκελετικά σκαριφήματα, συμβατικές συγκρούσεις. Η απουσία της Τζάνετ Τζάκσον και του Κουίνσι Τζόουνς δεν είναι απλώς παράλειψη, είναι ακρωτηριασμός: η μία ήταν η συναισθηματική του άγκυρα, ο άλλος ο αρχιτέκτονας του ήχου του. Χωρίς αυτούς, η ταινία μιλάει για τον Μάικλ σαν να μιλάει για έναν ήχο χωρίς αντήχηση. Η Λατόγια ακούγεται αλλά δεν φαίνεται, και τίποτα από αυτά δεν προάγει την απονεύρωση μιας πυορροούσας κουφάλας που αναζητά το σφράγισμα. Όλη η ανάπλαση του ήρωα εξελίσσεται στην επιφάνεια του δέρματος και όχι στο νεύρο του καλλιτέχνη. Φανταστείτε: εκτός από τα ψηφιακά ολόγιομα στάδια, δεν υπάρχει καμία συνάρτηση με την παραφροσύνη που προκαλούσε στα πλήθη ο τραγουδοποιός. Σπατάλη μιας ευκαιρίας.

(Photo by Sebastian Reuter/Getty Images for Universal Pictures)

Το συμπέρασμα

Με καλή πρόθεση, αυτή η βιογραφία, που προβλέπω ότι θα σκίσει εισπρακτικά για τους σωστούς και τους λάθος λόγους, ήθελε άλλο καπετάνιο και στροφή 180° στο πρίμο ταξίδι της για να βρει λιμάνι στο μουράγιο της ιστορίας. Γεγονότα αντί για αφήγηση, πρόφαση αντί για κριτική παρατήρηση, σερπαντίνες αντί για χαρτοπόλεμο: το πρόβλημα είναι μέρος της λύσης και όχι το ζητούμενο.

Είναι λυπηρό που αντί για ένα ταξίδι του αγιογραφημένου ήρωα προς το φως και την ελευθερία, παράγεται μια σταφιδιασμένη αφήγηση που τσιτσιρίζει τα ζητούμενά της στη λάκα ενός κολαστηρίου που λέγεται συγκάλυψη. Ίσως να λειτουργούσε σε άλλη αφηγηματική συρραφή ή ως επεισοδιακή δράση, μέρος κάτι μεγαλύτερου, μίνι σειρά ίσως, γιατί δεν λέει την Ιστορία του αλλά κάποια γεγονότα.

Υπάρχουν πολλοί που θέλουν να πιστεύουν ότι ο Έλβις ζει, όπως και ο Μάικλ. Για τον Έλβις δεν μπορώ να υποσχεθώ κάτι. Για τον Μάικλ μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι οι φαν θα βρουν στη μεγάλη οθόνη την εικόνα που θέλουν, θα τραγουδήσουν το “You Are Not Alone” στον αγαπημένο βασιλιά τους και τον θρύλο που άφησε πίσω του. Όσοι όμως οδηγηθούν στα ταμεία για να μάθουν κάτι ουσιαστικό για τη ζωή του «Μιχαλάκη», μάλλον θα σιγοτραγουδήσουν στους ιθύνοντες της παραγωγής κάτι από το “They Don’t Care About Us”.

Επίλογος

Ο «Καποδίστριας», η ελληνική βιογραφική ταινία που μάζεψε πάνω από 800.000 εισιτήρια, απέδειξε ότι το κοινό έχει όρεξη για μεγάλες ζωές στη μεγάλη οθόνη. Έχασε όμως τους κριτικούς ακριβώς εκεί που τους κερδίζει κάθε αξιόλογη βιογραφία: στην ικανότητα να μετατρέπει τα γεγονότα σε αλήθεια και την αλήθεια σε τέχνη. Το “Michael” διαπράττει την ίδια αμαρτία με ακόμα μεγαλύτερη συνέπεια, γιατί ο Μάικλ Τζάκσον δεν ήταν απλώς ένας ιστορικός χαρακτήρας. Ήταν ένα φαινόμενο που η κινηματογραφική γλώσσα χρωστούσε να ερμηνεύσει και όχι να αντιγράψει. Αντί για αυτό, παραδίδει ένα κέρινο ομοίωμα και ζητά να το αποδεχτούμε ως σάρκα με οστά.

www.ertnews.gr

Related posts
Πολιτισμός

ΥΠΠΟ: Πολύτιμα ευρήματα στην Κολώνα Αίγινας

Πολύτιμα ευρήματα ήρθαν στο φως στον λόφο της Κολώνας στην Αίγινα, κατά τη διάρκεια συστηματικής ανασκαφικής έρευνας το 2025, όπως…
Πολιτισμός

SFGFF 2026: Προβολή Καποδίστρια στο Σαν Φρανσίσκο με… εύζωνες

Υπό την αιγίδα του κινηματογραφικούΦεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο που προωθεί και προβάλλει τον ελληνικό κινηματογράφο, έγινε η πρώτη προβολή της…
Πολιτισμός

Με λαμπρότητα η Τελετή Απονομής των Διεθνών Λογοτεχνικών Βραβείων Jean Moréas στην Πάτρα

Σε μια ιδιαίτερα συγκινητική εκδήλωση πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 18 Απριλίου 2026 η Τελετή Απονομής των Διεθνών Λογοτεχνικών Βραβείων Jean Moréas,…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ