Σε εθνικά ζητήματα αναφέρεται κατά κύριο λόγο, το άρθρο του πρώην αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και υπουργού Εξωτερικών, καθώς και πρώην υπουργού Εθνικής Άμυνας, αλλά και ομότιμου καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Ευάγγελου Βενιζέλου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, με τίτλο «Η προεκλογική δοκιμασία της εθνικής στρατηγικής».
Ο κ. Βενιζέλος, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι: «Στην ελληνική δημόσια συζήτηση φαίνεται να κυριαρχεί τώρα η εντύπωση ότι αυτό που δεν μπόρεσε τα τελευταία πενήντα χρόνια να μας προσφέρει ούτε η συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ (στο οποίο συμμετέχει και η Τουρκία), ούτε η συμμετοχή μας στην ΕΕ (με την οποία η Τουρκία έχει καθεστώς τελωνειακής ένωσης και συμπράττει στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα ), ούτε η εταιρική στρατηγική μας σχέση με τις ΗΠΑ (που ρυθμίζουν σε σημαντικό βαθμό την εξοπλιστική ισορροπία Ελλάδας – Τουρκίας, με τελευταίο παράδειγμα τα F-35, και μεσολαβούν ιστορικά σε κάθε στρατιωτική ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ώστε τα επεισόδια να λήγουν και να μετατρέπονται σε διπλωματική διαδικασία), μπορούν να μας το προσφέρουν διμερή (ή τριμερή με τη συμμετοχή και της Κύπρου) σχήματα συνεργασίας που αποκτούν συγκεκριμένο αντικείμενο:
Η στενή συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ στον τομέα της ασφάλειας και άμυνας και, στο πλαίσιο της, η προμήθεια της αντιαεροπορικής «Ασπίδας του Αχιλλέα» που είναι συμβατή με τον νατοϊκό σχεδιασμό και δεν είναι αντιτουρκική επιλογή αλλά επιλογή εθνικής ασφάλειας, προφανώς δεν συνεπάγεται ανάθεση στο Ισραήλ της διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Το Ισραήλ έχει άλλωστε τις δικές του ζωτικές προτεραιότητες ασφάλειας και άμυνας και οι σχέσεις του με την Τουρκία διαμορφώνονται από αυτήν την οπτική γωνία και δοκιμάζονται σε ποικίλα πεδία, από τη Συρία έως τη Σομαλία.
Η έντονη συμμετοχή επιχειρήσεων γαλλικών συμφερόντων στο σχέδιο του καλωδίου ηλεκτρικής σύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ (GSI), προφανώς δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα ανέθεσε στη Γαλλία (που είναι εταίρος της στην ΕΕ, μεσογειακή χώρα, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και πυρηνική δύναμη) τον χειρισμό των ελληνικών θεμάτων που συνδέονται με τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο. Η συνεργασία της Ελλάδας με τη Γαλλία σε ένα τέτοιο σχέδιο έχει πολύ μεγάλη σημασία, αλλά οι σχέσεις της Γαλλίας με την Τουρκία προφανώς συντίθενται από πολλές παραμέτρους».
Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι: «Ο Πρωθυπουργός παρουσίασε με πληρότητα τις ελληνικές θέσεις για το τουρκολυβικό μνημόνιο στις 29 Οκτωβρίου 2026 στο ΣΑ κατά τη διάρκεια ανοιχτής συζήτησης υψηλού επιπέδου με θέμα: «Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια: επιπτώσεις στην ειρήνη και την ασφάλεια». Η συζήτηση αποτελούσε πρωτοβουλία της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου. Ο Πρωθυπουργός προήδρευσε στη συνεδρίαση αλλά η ομιλία στην οποία αναφέρθηκε στο μνημόνιο ήταν εθνική παρέμβασή της Ελλάδας χωρίς να ζητείται ψήφισμα του ΣΑ.
Η παρέμβαση ήταν αναμφίβολα σημαντική, αλλά δεν συνιστά ελληνική προσφυγή στο ΣΑ αντίστοιχη με αυτήν που έκανε η Ελλάδα το 1976 . Τότε το ΣΑ υιοθέτησε το ψήφισμα 395 (1976) που έκανε ρητή αναφορά στο Κεφάλαιο VI του Χάρτη και καλούσε τις δύο κυβερνήσεις σε αυτοσυγκράτηση, μείωση της έντασης και επανάληψη απευθείας διαπραγματεύσεων, ενώ επισήμαινε τη συμβολή των κατάλληλων δικαστικών μέσων, ιδίως του Διεθνούς Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου επίσης προσέφυγε τότε η Ελλάδα με αίτηση προσωρινών μέτρων και κύρια προσφυγή. Το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα από το 1976 έως σήμερα το έχουμε βιώσει.
Η Ελλάδα τιμά την ιδιότητά της ως μέλους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, τιμά τις συμμαχίες της, παλιές και διαρθρωτικές όπως αυτή με τις ΗΠΑ ή νεότερες και κρίσιμες όπως αυτή με το Ισραήλ ή την Αίγυπτο και χώρες του Κόλπου, αλλά εδώ και 52 χρόνια καθορίζει η ίδια με την Τουρκία τον ρυθμό και την καμπύλη των Ελληνοτουρκικών σχέσεων σε διμερές επίπεδο. Προφανώς υπάρχουν περίοδοι ύφεσης, περίοδοι τριβής και στιγμές έντασης ακόμη και επεισοδιακές. Αυτό όμως, κρινόμενο συνολικά, έχει αποδειχθεί θετικό για την περιφερειακή σταθερότητα.
Το Ισραήλ ως κράτος συνεχούς και υψηλής πολεμικής ετοιμότητας, η Γαλλία της γκωλικής ανάμνησης και η Αίγυπτος με το κρίσιμο για όλη τη Μ. Ανατολή και τη Β. Αφρική μέγεθός της αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι η Ελλάδα προωθεί, σέβεται και αξιοποιεί συνεργασίες και συμμαχίες αλλά καμία άλλη χώρα δεν μπορεί να λάβει για λογαριασμό της τις πολιτικές πρωτοβουλίες που απαιτούνται π.χ. για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είτε με συμφωνία είτε με απόφαση της διεθνούς δικαιοσύνης».
Τέλος, επισημαίνει πως: «Η μακρά προεκλογική περίοδος στην οποία έχουμε ήδη εισέλθει, με ένταση και πάθος, δεν επιτρέπει ούτε στρατηγικό αναστοχασμό ούτε αισιοδοξία για ευρύτερες συναινέσεις ως προς την εθνική στρατηγική ακόμη και αν διαπιστώνονται συγκλίσεις ως προς το εθνικό αφήγημα που έχουν και αυτές τη σημασία τους.
Επειδή όμως ο χρόνος των διεθνών εξελίξεων δεν υποχωρεί ενώπιον του εσωτερικού πολιτικού χρόνου, είναι επιβεβλημένο τουλάχιστον να έχουμε υπόψη μας τα δεδομένα και τα ερωτήματα ακόμη και αν αυτά δεν μπορεί να καταστούν άμεσα αντικείμενο δημόσιας συζήτησης με ιστορικούς και όχι συγκυριακούς όρους».
www.ertnews.gr

