Πολιτισμός

TIFF 2026: «Tender Loving Care»: Ποιος φροντίζει εκείνους που φροντίζουν;

Τρεις γυναίκες, τρεις διαφορετικές ηλικίες και ένα κοινό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει πραγματική φροντίδα, στο παρόν αλλά και στο μέλλον, όταν εκείνοι που καλούνται να την προσφέρουν βρίσκονται ήδη στα όριά τους; Στη νέα ταινία του, ο Μάικ Λι δεν αντιμετωπίζει τη φροντίδα ως μια αυτονόητη εκδήλωση καλοσύνης, την εξετάζει ως επάγγελμα, ως οικογενειακή υποχρέωση, ως ηθική επιλογή, αλλά και ως βάρος που κάποιος πρέπει τελικά να πάρει στους ώμους του.

Στο Tender Loving Care, η Έιμι και η Ρόζι είναι φίλες από τα παιδικά τους χρόνια και εργάζονται στις κοινωνικές υπηρεσίες. Η πρώτη ασχολείται με ανηλίκους που βρίσκονται υπό την προστασία της πρόνοιας, ενώ η δεύτερη με ηλικιωμένους και ευάλωτους ανθρώπους που χρειάζονται υποστήριξη. Καθημερινά έρχονται αντιμέτωπες με ακραίες καταστάσεις, δύσκολες οικογένειες, θυμό, εγκατάλειψη και αποφάσεις που μπορούν να αλλάξουν τη ζωή κάποιου. Το άβολο είναι ότι καλούνται να τις πάρουν μέσα σε ένα σύστημα υποστελεχωμένο και εξαντλημένο, το οποίο απαιτεί από τους εργαζομένους του να διαθέτουν απεριόριστη ενσυναίσθηση, χωρίς να τους προσφέρει πάντοτε τα μέσα για να τη μετατρέψουν σε ουσιαστική βοήθεια.

Η Έιμι, μετά το τέλος της σχέσης της με παντρεμένο, μετακομίζει προσωρινά στο σπίτι της Ρόζι η οποία την καλοδέχεται με μια συντηρητική γιορτή που θυμίζει γενέθλια. Κάτι όμως εδώ υπάρχει που μας μεταφέρει στο περιβάλλον των ταινιών του Λι· οπως συμβαίνει συχνά στους ήρωες του, η προσωπική κρίση δεν εκφράζεται με μεγάλες εξομολογήσεις αλλά κρύβεται μέσα σε μια υπερβολικά κεφάτες αντιδράσεις (πχ. Ένα ξέσπασμα χορού), σε ένα χαμόγελο που διαρκεί λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε, σε μια καθημερινή κουβέντα που αποφεύγει επιμελώς το πραγματικό θέμα. Η Κέιτ Ο’Φλιν υποδύεται αυτή την εσωτερική εξάντληση χωρίς να την υπογραμμίζει στιγμή. Η ηρωίδα της φροντίζει τους πάντες και ταυτόχρονα επιμένει ότι η ίδια δεν χρειάζεται κανέναν. Η ευθυμία της δεν είναι ακριβώς συναίσθημα· είναι ένας μηχανισμός άμυνας που προλαβαίνει την κρίση ή την απογοήτευση.

Δίπλα στις δύο φίλες βρίσκεται η Μπέρντι, η μητέρα της Έιμι, και μαζί της η αγαπημένη ίσως ανθρώπινη κατηγορία του Μάικ Λι: οι ηλικιωμένοι που κουβαλούν στις πλάτες τους το βάρος από μια ολόκληρη ζωή. Ο Τζεφ, ο σύζυγός της, θυμάται περιστατικά από τα χρόνια του γάμου τους, τραγουδά, γελά, περνά από ξαφνικές εξάρσεις χαράς σε στιγμές αμηχανίας και σύγχυσης. Εκείνη αρχίζει σταδιακά να αναγνωρίζει τα πρώτα σημάδια της νοητικής του κατάπτωσης, πιθανότατα μιας μορφής άνοιας.

Ο Πολ Τζέσον και η Μάριον Μπέιλι δεν αντιμετωπίζουν το ηλικιωμένο ζευγάρι σαν ένα δραματουργικό σύμβολο της φθοράς· διατηρούν την ιδιορρυθμία, το χιούμορ, την τρυφερότητα και τις μικρές αναταράξεις σε μια πτήση ζωής/σχέσης που έχει αντέξει στον χρόνο χωρίς εμφανή σημάδια φθορών (έτσι συμβαίνει με τα προϊόντα που κυκλοφορούν στα ευρείας και τα έμπιστεύονται οι καταναλωτές). Η άνοια δεν εισβάλλει στην ταινία ως απότομη ανατροπή ή τιμωρία. Εμφανίζεται αρχικά σαν μια μικρή ασυνέχεια στην πραγματικότητα, ένα κενό μέσα σε μια ανάμνηση, μια στιγμή κατά την οποία κάτι γνώριμο παύει να είναι απολύτως αναγνωρίσιμο.

Εδώ βρίσκεται και η πιο οδυνηρή ειρωνεία της ταινίας: Η Έιμι διαθέτει την επαγγελματική εμπειρία για να αναγνωρίζει την ευαλωτότητα στους άλλους, αλλά κανένα πρωτόκολλο δεν μπορεί να την προετοιμάσει για την για όσα θα ακολουθήσουν με την ξαφνική και αμετάκλητη αλλαγή στην υγεία του πατέρα της. Βλέπετε, είναι διαφορετικό να ανοίγεις έναν υπηρεσιακό φάκελο και διαφορετικό να συνειδητοποιείς ότι ένας άνθρωπος που αγαπάς αρχίζει να χάνει κομμάτια από το πάζλ των αναμνήσεων του. Η επαγγελματίας γνωρίζει ποια βήματα πρέπει να ακολουθήσει· η κόρη, όμως, δεν είναι έτοιμη να τα εφαρμόσει, γιατί όπως σοφά λέει και το τραγούδι μας “άλλο είναι στα λόγια και άλλο είναι στην πράξη”.

Ο Λι θέτει έτσι ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα χωρίς να καταφεύγει σε ηχηρές παρεμβάσεις: ποιος φροντίζει εκείνον που φροντίζει; 

Η σύγχρονη κοινωνία έχει επαγγελματοποιήσει την αλληλεγγύη, αναθέτοντας σε συγκεκριμένους ανθρώπους να διαχειρίζονται τη μοναξιά, την κακοποίηση, την αρρώστια και τη φτώχεια των υπολοίπων. Τους ζητά να είναι ψύχραιμοι, διαθέσιμοι και ανθρώπινοι, ενώ τους προσφέρει ολοένα λιγότερο χρόνο, προσωπικό και συναισθηματικό χώρο. Η φροντίδα γίνεται απαραίτητη εργασία, αλλά παραμένει συχνά αόρατη μέχρι τη στιγμή που τη χρειαζόμαστε εμείς. Και κάπου εκεί συνεχίζει το τραγούδι που αφήσαμε παραπάνω: “Μια ζωή το παλεύω και όλο λέω εντάξει…”.

Με τη γνώριμη ευαίσθητη ματιά του, ο δημιουργός παρατηρεί, καταγράφει και αναπτύσσει τους χαρακτήρες του, αναζητώντας ανθρωπιά ακόμη και μέσα στις πιο αμήχανες καταστάσεις. Παράλληλα, παραμένει ειλικρινής και διακριτικά (κάποιες φορές όχι και τόσο διακριτικά) σαρδόνιος. Γνωρίζει ότι οι άνθρωποι μπορούν να είναι γενναιόδωροι και μικρόψυχοι ταυτόχρονα μέσα στην ίδια σκηνή, ότι μια συγκινητική στιγμή μπορεί να διακοπεί από μια παράλογη παρατήρηση και ότι η αγάπη δεν εξαφανίζει την κούραση ή τον εκνευρισμό.

Η ταινία λειτουργεί περισσότερο ως συσσώρευση στιγμών παρά ως μία δραματουργικά ολοκληρωμένη ιστορία (το τέλος της είναι ο ορισμός των παραπάνω). Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα τη δύναμη και την αδυναμία της. Ορισμένα επεισόδια από την εργασία των δύο γυναικών μοιάζουν να ανοίγουν κοινωνικά ζητήματα χωρίς να προλαβαίνουν να τα αναπτύξουν πλήρως, ενώ η σύνδεση ανάμεσα στις παράλληλες ιστορίες δεν διαθέτει πάντοτε την πυκνότητα των κορυφαίων έργων του σκηνοθέτη. Αυτή την αίσθηση μιας κάπως αποσπασματικής ή σχηματικής κατασκευής προδίδει δύο “καταγγελίες”: με τη δήλωση του Λι ότι εγκαταλείπει στη σκηνοθεσία, ότι κάνει μια ταινία χωρίς να φροντίζει στο ακαίραιο τι θέλει να δει ο θεατής αλλά το τί θέλει να κάνει ο σκηνοθέτης. Παράλληλα, κλείνει με μυστικοπάθεια στο μάτι σα να λέει: “ίσως να μην είναι και η τελευταία μου ταινία” (ο σκηνοθέτης πάσχει από μυοσίτιδας, ασθένεια που δεν του επιτρέπει να είναι μυϊκά πλήρως λειτουργικός). 

Τελικά η έλλειψη μιας “μεγάλης κορύφωσης” να αποτελεί και μέρος της σκέψης του δημιουγου σχετικά με κάθε λέξη που συναντάμε στον τίτλο, και ξεχωριστά και ως πλήρη πρόταση. Η φροντίδα δεν είναι μια ηρωική πράξη που ολοκληρώνεται και ανταμείβεται, αλλά μια επανάληψη που στηρίζεται στην ενσυναίσθηση: ένα τηλεφώνημα, μια επίσκεψη, ένα γεύμα, μια ακόμη δύσκολη συζήτηση. Δεν λύνει πάντοτε το πρόβλημα· μερικές φορές απλώς εμποδίζει τον άνθρωπο να μείνει ολομόναχος απέναντί σε κάτι κατάφορα. Η φροντίδα είναι νοιάξιμο και όχι αυτές και αυτές οι πράξεις.

Αν πράγματι πρόκειται για το κινηματογραφικό του αντίο, ο Λι αποχωρεί χωρίς επιδεικτικούς αποχαιρετισμούς. Παραμένει πιστός στους απλούς ανθρώπους, στις ατέλειές τους και στη σιωπηλή αξιοπρέπειά τους και -ευτυχώς- μας αφήνει με μια σκέψη τόσο απλή όσο και δύσκολη: ίσως η φροντίδα να μην είναι η δύναμη να σώσουμε ο ένας τον άλλον, αλλά η απόφαση να παραμείνουμε παρόντες ακόμη και όταν γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να σταματήσουμε τη φθορά. “Στερνή μου γνώση”, για να μάθουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι μεγαλύτεροι…

www.ertnews.gr

Related posts
Πολιτισμός

TIFF 2026: «Gentle Monster»: Το αληθινό τέρας έχει πάντα το πρόσωπο εκείνου που αγαπάς περισσότερο

Μετά από μια έντονη ερωτική συνεύρεση με τον άνθρωπο που αγαπά, η Λούσι Βάις, (την οποία υποδύεται η Λέα Σεντού),…
Πολιτισμός

«Το Αόρατο Νήμα υφαίνει»- Μια εικαστική έκθεση συναντά το οικοσύστημα φροντίδας της Τήνου (audio)

Στην Τήνο, και ειδικότερα στον παραδοσιακό οικισμό Αγάπη, θα υλοποιηθεί από τις 8 έως τις 25 Οκτωβρίου 2026 μια πρωτότυπη,…
Πολιτισμός

Φωτεινή Κωνσταντοπούλου στο ΕΡΤnews: «45 κι ακόμα μετράω» – Η γυναικεία εμπειρία χωρίς φίλτρα και ροζ περιτυλίγματα

Η Φωτεινή Κωνσταντοπούλου με το βιβλίο της «45 κι ακόμα μετράω», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική, ιχνηλατεί την γυναικεία…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ