Στην ανάγκη για μια πιο ενιαία και αποτελεσματική Ευρώπη, αλλά και στην ταχύτητα με την οποία μπορούν πλέον να προχωρήσουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις, αναφέρθηκε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης κατά τη διάρκεια εκδήλωσης-συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 6ου Thessaloniki Metropolitan Summit.
Στη συζήτηση συμμετείχε ο Peter Frankopan, καθηγητής Παγκόσμιας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και επίτιμος ερευνητής στη Blavatnik School of Government και τη συντόνισε ο Alasdair Ross, Countries Editor του «The World Ahead 2027» του The Economist.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 6ου Thessaloniki Metropolitan Summit, που διοργανώνουν ο Economist και το powergame.gr, με θέμα «Leading up to 2030: connectivity and growth for south-east Europe».
Μεταξύ άλλων, ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε:
«Το επιχείρημα ότι η γεωπολιτική έχει επιστρέψει στο προσκήνιο -αν και, βέβαια, πάντοτε ήταν παρούσα- και, κυρίως, ότι ο κόσμος μας θα διαμορφωθεί τόσο από τη γεωπολιτική και το ιστορικό της υπόβαθρο όσο και από την τεχνολογική καινοτομία και την εκθετική επιτάχυνση των αλλαγών που βιώνουμε, είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ και αποτελεί μέρος της απάντησης στην ερώτησή σας. Διότι το πλαίσιο μεταβάλλεται διαρκώς. Αυτή τη στιγμή γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε.
Υπάρχει εδώ, προφανώς, μια αναλογία με την Ελλάδα. Η χώρα αντιμετώπιζε διαχρονικά πολλά προβλήματα, τα οποία εκδηλώθηκαν με ιδιαίτερη ένταση κατά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Υπήρχαν πολιτικές και μεταρρυθμίσεις που γνωρίζαμε εδώ και χρόνια ότι έπρεπε να υλοποιηθούν και, όταν τελικά τις εφαρμόσαμε με ταχύτητα και σε μεγάλη κλίμακα, αποδείχθηκε ότι η υλοποίηση ακόμη και των αυτονόητων μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη.
Από τη μία πλευρά, λοιπόν, αντιμετωπίζεις εκκρεμότητες που έχουν συσσωρευτεί με την πάροδο του χρόνου και γνωρίζεις ότι πρέπει να επιλυθούν – αυτό είναι το «μέρισμα του προφανούς». Από την άλλη, πρέπει να είσαι αρκετά ευέλικτος ώστε να ανταποκρίνεσαι γρήγορα και αποτελεσματικά σε όσα δεν γνωρίζεις –ή, ακόμη περισσότερο, σε όσα δεν γνωρίζεις ότι δεν γνωρίζεις– και τα οποία μπορεί να ανακύψουν με τρόπους που δεν μπορείς να προβλέψεις.
Άρα, θα πρέπει να κάνουμε και τα δύο αυτά ταυτόχρονα. Η Ευρώπη βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μια ανάλογη κατάσταση, διότι υπάρχουν ορισμένα πράγματα που δεν έχουμε κάνει εδώ και πολύ καιρό και τα συζητάμε.
Η Ένωση Κεφαλαιαγορών, η Τραπεζική Ένωση – στο ευρύτερο πλαίσιο αυτού που σήμερα αποκαλούμε Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων – η ψηφιοποίηση του νομίσματός μας, αλλά και η απουσία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, είναι ζητήματα που συζητάμε εδώ και πολύ καιρό. Το ίδιο ισχύει και για την τεχνολογία, όπου, για να είμαι ειλικρινής, εξακολουθούμε να μην έχουμε ένα σαφές ευρωπαϊκό δόγμα, μια ξεκάθαρη στρατηγική αντίληψη για το τι θέλουμε να κάνουμε και προς ποια κατεύθυνση θέλουμε να κινηθούμε.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, καθώς το πλαίσιο έχει αλλάξει, έχουμε πλέον κατανοήσει ότι η εποχή της γεωπολιτικής αθωότητας έχει τελειώσει. Το βλέπουμε στο τίμημα που καλούμαστε να καταβάλουμε για την ασφάλειά μας, αλλά και στις συνέπειες της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία για την ευρωπαϊκή άμυνα.
Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα 27 φορές, ξεχωριστά. Σε αυτό το μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο, δεν έχουμε την πολυτέλεια να λειτουργούμε ως 27. Πρέπει να λειτουργούμε ως μία ενιαία Ευρώπη.
Το ενδιαφέρον, λοιπόν, είναι ότι εξακολουθούν να υπάρχουν εθνικοί «αστερίσκοι» σε κάθε επιμέρους τομέα πολιτικής. Το βλέπουμε, για παράδειγμα, στη συζήτηση για την Ένωση Κεφαλαιαγορών. Όλοι έχουμε τις δικές μας εθνικές προτεραιότητες και παραμέτρους – και δεν εξαιρώ κανέναν, καθώς κι εγώ εκπροσωπώ ένα κράτος-μέλος. Η διαφορά σήμερα, και αυτό είναι που με κάνει αισιόδοξο, είναι ότι τα δεδομένα της εξίσωσης έχουν αλλάξει.
Έχουν αλλάξει, πρώτον, επειδή υπάρχει ένα κόστος της “μη Ευρώπης”, το οποίο πλέον αντιλαμβανόμαστε και συζητάμε κάθε φορά στο τραπέζι. Και, δεύτερον, επειδή τα πάντα έχουν επιταχυνθεί: είτε πρόκειται για τις κρίσεις που αντιμετωπίζουμε – ανέφερα ήδη τα δεδομένα που έχουμε αυτή τη στιγμή μπροστά μας σε επίπεδο άμυνας και ασφάλειας– είτε για την τεχνολογική επιτάχυνση, η οποία βρίσκεται πλέον μπροστά μας, με την Τεχνητή Νοημοσύνη να αποτελεί το πιο εμφανές παράδειγμα. Δεν θα το περιόριζα, όμως, στην Τεχνητή Νοημοσύνη, διότι υπάρχει τεχνολογική καινοτομία σε ολόκληρο το φάσμα.
Πού βρισκόμαστε, λοιπόν, μέσα σε αυτό το τοπίο; Νομίζω ότι αυτό που θα περιέγραφε κανείς ως -ο πολιτικά ορθός όρος θα ήταν “μη επιτυχίες”, εγώ θα τις αποκαλούσα ακόμη και αποτυχίες – συσσωρευμένες αποτυχίες, είναι η άλλη όψη του νομίσματος. Είναι το “μέρισμα του προφανούς”: πράγματα που μπορούμε να υλοποιήσουμε γρήγορα και τα οποία μπορούν να δώσουν μια πολύ μεγάλη αναπτυξιακή ώθηση σε μια ήπειρο που έχει τη δυνατότητα να το πετύχει πολύ γρήγορα αυτή τη στιγμή, εφόσον έχουμε το πολιτικό θάρρος να προχωρήσουμε στην υλοποίησή τους.
Άρα, το βασικό στοιχείο της απάντησης, για να μην μακρηγορώ, είναι η πολιτική βούληση. Το επιχείρημά μου είναι ότι η πολιτική βούληση υπάρχει αυτή τη στιγμή, λόγω της αλλαγής του πλαισίου που βλέπουμε σε ολόκληρο το φάσμα. Και αυτό είναι που με κάνει αισιόδοξο, και μπορώ να αναφέρω συγκεκριμένα παραδείγματα για να υπογραμμίσω ότι ορισμένα πράγματα που δεν έχουν υλοποιηθεί εδώ και δεκαετίες, θα υλοποιηθούν ακόμη ίσως και μέσα σε λίγους μήνες.
Αναφέρομαι στο πακέτο για την ενοποίηση των αγορών και την εποπτεία, στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, αλλά και στο ψηφιακό ευρώ, το οποίο έχει χρονικό ορίζοντα το 2029.
Άρα, ορισμένα πράγματα θα συμβούν. Θα δούμε το 100% της φιλοδοξίας της έκθεσης Ντράγκι να γίνεται πραγματικότητα πολύ σύντομα; Αυτό είναι δύσκολο να επιτευχθεί.
Αλλά δεν είναι ένα ζήτημα που μπορεί να απαντηθεί με ένα “ναι” ή ένα “όχι”. Το ερώτημα δεν είναι “γιατί”, αλλά πόση απόσταση πρέπει ακόμη να καλυφθεί.
Και πιστεύω ότι αυτή η απόσταση θα καλυφθεί επιτυχώς.»
(…)
«Η Ευρώπη συζητά αυτή τη στιγμή, με ολοκληρωμένο τρόπο, ένα τεχνολογικό δόγμα, μια τεχνολογική στρατηγική, για πρώτη φορά έπειτα από πάρα πολύ καιρό.
Και νομίζω ότι αυτό είναι θετικό. Εννοώ, σε μια προηγούμενη συζήτησή μας – για να το πω πολύ σύντομα και περιεκτικά – θα έλεγα ότι είχαμε ευκαιρίες ακριβώς μπροστά μας και τις αφήσαμε να χαθούν. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, το 5G.
Επίσης, είχαμε την Ericsson και τη Nokia ως τους βασικούς ανταγωνιστές του αντίστοιχου κινεζικού εξοπλισμού, χωρίς να υπάρχει επί του πεδίου κάποιος αμερικανικός παίκτης στον τομέα των υποδομών και με την αμερικανική πολιτική στο συγκεκριμένο ζήτημα να είναι πολύ επιθετική, βοηθώντας έμμεσα τους ευρωπαϊκούς πρωταθλητές. Και, παρ’ όλα αυτά, η ευρωπαϊκή αγορά φάσματος για τις τηλεπικοινωνίες παρέμεινε κατακερματισμένη μέχρι και σήμερα.
Όταν έχεις μια τέτοια ευκαιρία ακριβώς μπροστά σου, σε έναν τομέα στον οποίο βρίσκεσαι ήδη στην τεχνολογική αιχμή – δεν είναι όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, δεν είναι ένας τομέας στον οποίο προσπαθείς να φτάσεις στην τεχνολογική αιχμή, βρίσκεσαι ήδη εκεί – και δεν αξιοποιείς, δεν μοχλεύεις τις δυνατότητες της ενιαίας αγοράς, αυτό είναι πολύ μεγάλο λάθος.
Άρα, αυτό δεν είχε γίνει πλήρως κατανοητό και αντιληπτό από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής το 2020. Είχε γίνει όμως αντιληπτό από τον κλάδο. Όταν συναντούσα ανθρώπους από τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών και από τον κλάδο των υποδομών, όλοι μου το έλεγαν αυτό μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά της συνάντησης.
Τώρα το καταλαβαίνουμε. Άρα, έστω και καθυστερημένα, θα υπάρξει μια αντίδραση. Το ζητούμενο είναι να μην είναι κατώτερη των περιστάσεων. Αυτό, λοιπόν, είναι το ερώτημα. Πρόοδος θα υπάρξει. Το ζήτημα είναι σε ποιον βαθμό.»
www.ertnews.gr

